Η Συνθήκη της Λωζάνης, 24-7-1923,  και οι σχέσεις μας με τη γείτονα Τουρκία

Γράφει και παρουσιάζει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Β’ ΜΕΡΟΣ (τελευταίο)

«Αλλ’ ο μεγάλος Οθωμανός αυτοκράτωρ δεν ηθέλησε να θίξη την αυτονομίαν της Δωδεκανήσου.

Εις τους απεσταλμένους των εκουσίως υποταχθεισών νήσων είχεν υποσχεθή μίαν τελείαν αυτοδιοίκησιν και την εγγύησιν της εδαφικής ακεραιότητος των Κρατών των, εάν εδέχοντο την επικυριαρχίαν του.

Τούτου γενομένου αποδεκτού, το περίφημον φιρμάνιον του 1523 εκανόνισε το ζήτημα και επί πλέον ησχολήθη με την τύχην της Ρόδου και της Κω. Η διοίκησις των δύο τούτων νήσων διέφερε εκίνης των άλλων.

«Η Ρόδος ήτο έδρα ενός πασά. Ούτος εκτός του αντιπροσωπευτικού του χαρακτήρος ώφειλε να μεριμνά όπως η μικρά τουρκική φρουρά εκτελεί τας αποφάσεις της ΔΗμογεροντίας. Το σώμα τούτο των γερόντων, το οποίον υπήρχεν εις κάθε νήσον, εξελέγετο κατ’ έτος υπό του λαού. Ελάμβανε τας αποφάσεις τας αναγκαίας δια την κίνησιν των δημοσίων υπηρεσιών (είσπραξις φόρων, δημοσία περιουσία, δικαιοσύνη, εκπαίδευσις κλπ), δια της συντάξεως ενός προϋπολογισμού, τον οποίον ο λαός επεκύρωνεν εν γενική συνελεύσει.

«Υπ’ αυτού δε διωρίζοντο και οι πολιτικοί αντιπρόσωποι των νήσων εις την Κωνσταντινούπολιν.
«Υπό τοιαύτας συνθήκας θα ήτο δυνατόν να αμφισβητηθεί η αυτονομία της Δωδεκανήσου και να πραγνωρισθώσι τα σουλτανικά φιρμάνια, άτινα και μετά την ελληνικήν ανεξαρτησίαν εσεβάσθησαν και επεκύρωσαν την αυτονομίαν ταύτην; Ή μήπως ήτο δυνατόν να λησμονηθή η συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812, ήτις την ελάμβανε ως παράδειγμα και η συνθήκη των παρισίων του 1856, ήτις ηγγυάτο την διατήρησίν της;

«Δεν υπάρχει αμφιβολία: η Δωδεκάνησος ήτο το σύνολο αυτονόμων Κρατών. Δεν αποτελεί δε απόδειξιν του αντιθέτου ότι η Ιταλία μετά την κατάληψιν των νήσων, συμπεριφέρθη προς αυτάς ως προς οιανδήποτε επαρχίαν της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Μετά τας προκηρύξεις των πρώτων ημερών του στρατηγού Αμέλιο και του ναυάρχου Πρεσβιτέρο, οίτινες υπέσχοντο εις τας νήσους μίαν τελείαν αυτοδιοίκησιν (αύτη είχεν εν τω μεταξύ περιορισθή υπό των Νεοτούρκων) εις την Δωδεκάνησον ολόκληρον εβασίλευον η φυλάκισις, η δολοφονία και κάθε είδους κακομεταχείρισις.

Εκείνος όστις εκηρύσσετο υπέρ της αυτονομάις της Δωδεκανήσου, εκείνος όστις εζήτει την ένωσιν μετά της μητρός Ελλάδος, ερρίπτετο εις τας φυλακάς, χωρίς να έχη σημασίαν η τιμιότης του ή η κοινωνική του θέσις. Ούτω, τον Ιούλιον του 1912 εις την Πάτμον, η γενική συνέλευσις των αντιπροσώπων των Δωδεκανησίων διελύθη υπό της ενόπλου δυνάμεως και αι νήσοι απώλεσαν το δικαίωμα της αυτοδιοικήσεως.

«Τίποτε δεν εσταμάτα την Ιταλίαν. Ούτε καν ο κίνδυνος τον οποίον απετέλει δι’ αυτήν η έλλειψις κάθε τίτλου κυριότητος υπέρ αυτής! Διότι η Ιταλία απέκτησε μόνον τω 1923 τίτλον κυριότητος επί της Δωδεκανήσου και ούτος δεν είναι κατά το γράμμα και το πνεύμα αυτού, παρά προσωρινός.

«Ιδού, περί τίνος πρόκειται: Δια της συνθήκης της Λωζάνης του 1912 η Ιταλία ώφειλε να αποδώσει την Δωδεκάνησον εις την Τουρκίαν, μετά την υπό της τελευταίας εκκένωσιν της Τριπολίτιδος και της Κυρηναϊκής. Λόγω, όμως, της αναβλητικότητος της Ιταλίας ο ευρωπαϊκός πόλεμος εύρε τας 12 νήσους υπό την κατοχήν της Ιταλίας. Ωστε μέχρι του 1920 η Δωδεκάνησος ήτο DE JOURE Τουρκική, αλλά DE FACTO υπό την Ιταλίαν.

«Εις την περίεργον αυτήν κατάστασιν έθεσαν τέλος μετά το σύμφωνον Τιτόνι-Βενιζέλου του 1919, το καταγγελθέν εν έτος αργότερον, αι συνθήκαι των Σεβρών και η Ιταλο-ελληνική συνθήκη. Αι δύο αύται συνθήκαι υπεγράφησαν τηνα υτήν ημέραν ήτοι την 10 Αυγούστου 1920. Δια της πρώτης η Τουρκία παρητείτο υπέρ της Ιταλίας όλων των δικαιωμάτων και τίτλων αυτής επί των Δωδεκανήσων. Δια της δευτέρας η Ιταλία, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τας τόσας ορθάς και σαφείς προτάσεις των Αμερικανών εμπειρογνωμόνων καθώς και τα παμψηφεί υπό των νήσων εκδοθέντα ψηφίσματα, παρητείτο υπέρ της Ελλάδος όλων των δικαιωμάτων και τίτλων αυτής επί των νήσων του Αιγαίου Πελάγους, εξαιρέσει της Ρόδου.

«Η Ιταλία ανελάμβανε να παραχωρήση εις την τελευταίαν ταύτην νήσον μίαν ευρείαν τοπικήν διοίκησιν και να επιτρέψη εις τον πληθυσμόν να εκφρασθή δια την τύχην του και την ημέραν καθ’ ην η Αγγλί αήθελε δώσει εις την Ελλάδα την νήσον Κύπρον. Αλλά αι διατάξεις της ιταλοελληνικής συνθήκης δεν εξετελέσθησαν. Πολύ χειρότερον! Μία καταθλιπτική διοίκησις εξηκολούθησε να επιβάλλεται εις την Δωδεκάνησον και δύο εβδομάδας μετά την τραγικήν ελληνικήν φυσήν της Μικράς Ασίας του 1922 η συνθήκη κατηγγέλθη!

«Επήλθε τότε η συνθήκη της Λωζάνης, δι ατης οποίας: «η Τουρκία παρητείτο υπέρ της Ιταλίας όλων των δικαιωμάτων και τίτλων αυτής επί των Δωδεκανήσων, της τύχης των κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων».

Ωστε η Ιταλία απέκτησεν από επτά ήδη ετών τίτλον κυριότητος επί της Δωδεκανήσου, αλλά ο τίτλος ούτος περιέχει ένα όρον: «Η τύχη των νήσων θέλει κανονισθή, μεταξύ των ενδιαφερομένων». Συνεπώς, εφ’ όσον ο διακανονισμός αυτός δεν επήλθεν, ο όρος της συνθήκης δεν επληρώθη και η Ιταλία δεν έχει επί της Δωδεκανήσου παρά ένα προσωρινόν τίτλον.

«Ο τίτλος ούτος θα ήτο απρόσβλητος εάν επήρχετο διακανονισμός και εάν οι Δωδεκανήσιοι τον ανεγνώριζον. Εν η περιπτώσει επήρχετο μόνον ο διακανονισμός η Ιταλία δεν θα είχε το δικαίωμα να φέρη εις την διοίκησιν των νήσων τας ριζικάς μεταρρυθμίσεις τας αποσκοπούσας εις την ιταλοποίησιν των κατοίκων.

«Εις την τελευταίαν ανωτέρω περίιπτωση η Ιταλία θα κατείχε πλέον τα δικαιώματα τα οποία είχεν η Τουρκία επί των νήσων. Αλλά τα δικαιώματα ταύτα δεν είναι παρά εκείνα άτινα έχει επικυρίαρχον κράτος επί ημικυριάρχων κρατών, τα οπία απήλαυσαν πάντοτε μιας τελείας αυτοδιοικήσεως.

«Τα σουλτανικά φιρμάνια, άτινα ήσαν εις την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν ιερά και απαραβίαστα, είχον καθιερώσει τα προνόμια των Δωδεκανήσων.
«Ακόμη δε και μετά τους περιορισμούς της υποδιοικήσεώς των το Τουρκικόν Σύνταγμα, του 1908, λέγει ότι: «η οθωμανική αυτοκρατορία αποτελείται από τα ενεστώτα εδάφη και τας προνομιούχους επαρχίας».

«Πού είναι τα προνόμια των Δωδεκανήσων μετά την διαδοχήν των δικαιωμάτων, τα οποία είχεν η Τουρκία επ’ αυτών; Ποίον δίκαιον, ποίαν συνθήκην, ποίον ιδεώδες, τέλος, δύναται να επικαλεσθή η Ιταλία, ποίον ιδεώδες, τέλος, δύναται να επικαλεσθή η Ιταλία, όπως δικαιολογήση την σκληράν κατάργησίν των; Η θέλησις των λαών πρέπει να αγνοήται, όαν δεν δύναται να επιβληθή εις εκείνον όστις κυβερνά;

«Εις όλας αυτάς τα ερωτήσεις δεν δύναται να υπάρξη παρά μία απάντησις: Η διαγωγή της Ιταλίας απέναντι της Δωδεκανήσου αποτελεί μίαν παραβίασιν του Δικαίου. Συνάμα αποτελεί μίαν παραβίασιν της αρχής της αυτοδιαθέσεως των  λαών, παραβίασιν η οποία είναι τόσον περισσότερον αηδής, καθόσον η Ιταλία είχε την τιμήν να δώση εις την Ανθρωπότητα την υψηλήν ταύτην αρχήν, ένα από τα στοιχεία του συγχρόνου πολιτισμού».