Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης ο  Ιδρυτής του Υπουργείου Πολιτισμού

Της Μαίρης Παπανδρέου

Πρέπει να γνωρίζομε, να θυμόμαστε και ν’ αναγνωρίζομε τις Ηθικές Αξίες και Προσφορές στην Πατρίδα και στον Πολιτισμό μας, και τους ανθρώπους που πρόσφεραν με ανιδιοτέλεια, γνώση και αγάπη χωρίς να περιμένουν από κανέναν έστω, μια μικρή αναγνώριση.

Ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου, υπήρξε ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης ο ιδρυτής του Υπουργείου Πολιτισμού, που ήταν το όραμα της ζωής του. Ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης, είχε γεννηθεί στην Αθήνα, το 1919, ήταν Αρχιτέκτονας/Πολεοδόμος και Αεροναυπηγός, πτυχιούχος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του M.I.T. των ΗΠΑ.

Πριν παντρευτεί ζούσε στην Κυψέλη, κοντά στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, με τη μητέρα του, σ’ ένα πατρογονικό νεοκλασικό διώροφο. Η καλοσύνη του και η αγάπη του για τον συνάνθρωπο, φανερώνεται από το εξής απίστευτο περιστατικό: Αρχές του ’50, ένα Κυριακάτικο πρωινό, που η μητέρα του έλλειπε στη Θεία Λειτουργία και ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης βρισκόταν στον επάνω όροφο, άκουσε ένα θόρυβο στο ισόγειο. Έσπευσε κάτω, και πρόφτασε να δει έναν λωποδύτη που πηδούσε από το παράθυρο με τα ασημικά της μητέρας του μέσα σ’ ένα σάκο.

Ο αείμνηστος Παναγιωτάκης, πήγε στη «Σήμανση» (Εγκληματολογική Υπηρεσία), όταν Διευθυντής ήταν ο εγκληματολόγος πατέρας μου. Ζήτησε να δει τους τόμους με τις φωτογραφίες των λωποδυτών, καθώς τότε, δεν υπήρχαν οι Η.Υ. Αναγνώρισε τον λωποδύτη, και συγκράτησε το όνομα και τη διεύθυνσή του, χωρίς να πει τίποτε στους Αξιωματικούς της Σήμανσης.

Αμέσως, επισκέφτηκε τον λωποδύτη στην παράγκα του – σε προσφυγική συνοικία – και χτύπησε την πόρτα του. Άνοιξε ο ίδιος κι έμεινε αποσβολωμένος μόλις τον είδε μπροστά του, αναγνωρίζοντας το «θύμα της κλοπής του». Ο Παναγιωτάκης τον καθησύχασε: «Είμαι μόνος μου, δεν έφερα την Αστυνομία. Για να κλέψεις, σημαίνει πως έχεις κάποια ανάγκη και ήρθα να βοηθήσω»!

 Έμαθε τα προβλήματα που οδήγησαν τον λωποδύτη στην κλοπή των ασημικών της μητέρας του. Μόλις είχε αποφυλακιστεί ο «δράστης», κανένας δεν του έδινε δουλειά, η μητέρα του ήταν κατάκοιτη, η γυναίκα του φυματική, το ένα του παιδί προφυματικό και το δεύτερο με νοητική υστέρηση. Ο Παναγιωτάκης του πρότεινε: «Τα ασημικά η μητέρα μου τα αγαπάει επειδή είναι οικογενειακά κειμήλια και στενοχωρήθηκε αφάνταστα όταν τα έκλεψες.

Πόσα θα σου έδιναν οι κλεπταποδόχοι αν τα πουλούσες; Εγώ θα σου δώσω τα διπλά χρήματα, και θα πάρω τα ασημικά στη μητέρα μου». Του βρήκε μάλιστα και μια δουλειά, για να μην ξαναπέσει στο ίδιο παράπτωμα.

Τον Κωνσταντίνο Παναγιωτάκη, τον συνάντησα μετά από 3,4 χρόνια στο Ιράκ, όπου ήταν μαζί με τον κουνιάδο μου, Αρχιτέκτονα/Πολεοδόμο Ανδρέα Παπανδρέου, ήταν Αντιπρόεδροι της Εταιρείας Δοξιάδη, και στενοί φίλοι από το Πολυτεχνείο και το M.I.T. Είχε παντρευτεί και αν δεν προλάβαινε η Αγλαΐα ή γυναίκα του, να πάρει μέρος της μηνιαίας αποζημίωσής του, δεν του έμενε ούτε ένα δηνάριο (το ιρακινό νόμισμα)  μέχρι να επιστρέψει από το γραφείο στο σπίτι του, επειδή έδινε σε όποιον του ζητούσε, σε όποιον νόμιζε ότι έχει ανάγκη.

Όλοι οι Έλληνες στο Ιράκ, είχαμε μεγάλα σπίτια με κήπο, γι αυτό ήταν απαραίτητος ο κηπουρός, όπως και ένας οικιακός βοηθός. Ο Παναγιωτάκης, είχε πάντα 12-15 Ιρακινούς προσωπικό, χωρίς στην πραγματικότητα να τους χρειάζεται. Ήθελε να τους βοηθάει οικονομικά, χωρίς να νιώθουν πως τους ελεεί.

Κάποιο ξημέρωμα, 3.30, ένας Έλληνας πήγε στο σπίτι του. Ανήσυχος ο Παναγιωτάκης, τον ρώτησε σε τι οφείλει την επίσκεψη. Ο Έλληνας του είπε: «Κύριε Παναγιωτάκη, ήμουνα στο σπίτι του τάδε Έλληνα και παίζαμε χαρτιά μαζί με άλλους και ο … Έλληνας μηχανικός, είπε για εσάς….» και του μετέφερε αρνητικές κριτικές.

Ο Παναγιωτάκης, κοίταξε το ρολόϊ του και απάντησε: «Σε ευχαριστώ που ήρθες 3.30 να μου αναφέρεις τι είπε ο «τάδε» για μένα. Για τον κόπο σου, πάρε 100 δηνάρια. Αύριο, την ίδια ακριβώς ώρα, 3.30 έλα να μου πεις τι καλό είπε ο «τάδε» για μένα, και θα σου δώσω 200 δηνάρια»! Πραγματικά, δεν έμαθα αν ο Έλληνας αυτός, πήρε το μάθημα Ήθους, που του έδωσε ο Παναγιωτάκης.

Όταν έγινε η πρώτη επανάσταση τον Ιούλιο του 1958 και σκότωσαν τον Φεϊζάλ, κηρύχθηκε στρατιωτικός Νόμος και απαγορευόταν η κυκλοφορία. Ο Παναγιωτάκης, βρισκόταν στα κεντρικά γραφεία Δοξιάδη στην Αθήνα. Είχε προβλέψει όμως, πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο και είχε αφήσει γραπτές οδηγίες για τους Έλληνες Μηχανικούς, καθώς είχε συμφωνήσει με την Πρεσβεία των Ινδιών (ουδέτερη χώρα), να μεταφέρουν αεροπορικώς τα γυναικόπαιδα των Ελλήνων από το Ιράκ στην Ελλάδα. Εγώ, δεν έφυγα, όπως και μία ακόμα Ελληνίδα.

Την μεθεπόμενη της Επανάστασης, ο Παναγιωτάκης, έφτασε στη Βαγδάτη και ήρθε στο σπίτι μας αγνώριστος. Καταλερωμένο το λευκό του κοστούμι - πάντα κυκλοφορούσε με λευκό κοστούμι - σκασμένα χείλια, κόκκινα σαν αίμα μάτια, αξύριστος, αλλά χαμογελαστός. «Μόλις έφτασα και θα πάω σε όλα τα σπίτια των Ελλήνων.

Άρχισα από εσάς, επειδή είσαι μία από τις δύο Ελληνίδες που δεν έφυγες για την Ελλάδα»! Στην ερώτησε πως ήρθε στη Βαγδάτη εφόσον τα σύνορα ήταν κλειστά, απάντησε χαμογελώντας: «Αεροπορικώς στο Χαλέπι. Με ταξί μέχρι τα σύνορα του Ιράκ και μετά, πέρασα την έρημο με τα πόδια»! Τον ρώτησα αν είχε κάποια «ειδική άδεια». Μάθημα ζωής και πάλι ο λόγος του, καθώς χαμογελώντας είπε: «Πρέπει να ξέρεις, πως όταν λες πάντα την αλήθεια κοιτάζοντας τον άλλον κατάματα και χαμογελάς, όλες οι πόρτες, θα είναι ανοιχτές για σένα»!

Ο Κ. Παναγιωτάκης, τηρούσε απόλυτη χορτοφαγία. Τον ρώτησα αν ακολουθούσε κάποια Φιλοσοφία.
Η απάντησή του, απλή και ξεκάθαρη: «Όχι, δεν ακολουθώ κανενός είδους Φιλοσοφία. Απλώς, δεν μπορώ να φάω σάρκα, με τον απλό συλλογισμό: δεν θα  μπορούσα ποτέ να σφάξω, να γδάρω, να τεμαχίσω ένα ζωντανό πλάσμα, πως είναι δυνατόν να το φάω»; Δεν επέτρεπε να χρησιμοποιήσουν εντομοκτόνα στο σπίτι του, δικαιολογώντας πως και τα έντομα ίσως να ένιωθαν τον «πνιγμό» και να υπέφεραν όπως εμείς οι άνθρωποι. Όταν του ζητήθηκε να βαφτίσει ένα Ελληνόπουλο, απάντησε απλά: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άξιο, για μια τέτοια θεία πράξη».

Από το Ιράκ όλοι οι Έλληνες εργαζόμενοι φύγαμε από εθνική υπερηφάνεια, όταν η Νέα Κυβέρνηση μας ζήτησε να μην ανήκομε πλέον στην Εταιρεία Δοξιάδη (Doxiades Associates), αλλά να παραμείνομε στο Ιράκ, ως Δημόσιοι Υπάλληλοι διπλασιάζοντας το μισθό μας. Όλοι λοιπόν οι Έλληνες του «Δοξιάδη», αρνηθήκαμε με αξιοπρέπεια και επιστρέψαμε στην πατρίδα. Στην Ελλάδα, όλοι βρήκαμε εργασίες, κάποιοι Πολιτικοί Μηχανικοί/Αρχιτέκτονες άνοιξαν ιδιωτικά γραφεία.

Ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης, είχε ένα όνειρο ζωής: να ιδρύσει στην Ελλάδα, «Υπουργείο Πολιτισμού» για τη διατήρηση του Αρχαιολογικού μας Πλούτου, αλλά και για την ανάδειξή του πολιτισμού μας διεθνώς.

Καμιά Κυβέρνηση όμως, δεν μελέτησε με προσοχή στις προτάσεις του, μέχρι που ήρθε η Χούντα το 1967, που έκανε δεκτή την πρότασή του και ίδρυσε «Υπουργείο Πολιτισμού», υιοθετώντας το πρόγραμμά του. Στη Ρόδο, λαμβάναμε την ενημέρωση για τα τεκτενόμενα και την υλοποίηση των ονείρων του.

Πραγματικά, επιτέλεσε ένα «θαύμα» σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Έπεσε η «Χούντα», εκδιώχθηκε ο Παναγιωτάκης από το Υπουργείο Πολιτισμού, ευτυχώς τουλάχιστον το Υπουργείο Πολιτισμού διατηρήθηκε και λίγο αργότερα Υπουργός Πολιτισμού έγινε η Μελίνα Μερκούρη.

Ο Παναγιωτάκης, με τον χαρακτηρισμό του «Υπουργού επί Δικτατορίας», δεν μπορούσε πουθενά να βρει δουλειά, φυτοζωούσε με δανεικά από φίλους, που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει κι αισθανόταν απαίσια.

Αναγκάστηκε να πάει σε κάποια υποανάπτυκτη χώρα της Αφρικής για βιοποριστικούς λόγους. Κάτω από αντίξοες συνθήκες και πρωτόγονες καταστάσεις, μόλις κατάφερε να «ξεπληρώσει» τα χρέη του, αρρώστησε βαριά από ενδημική ασθένεια και πέθανε, πάμφτωχος με μόνη συντροφιά τη σύζυγό του, στην οποία δεν μπόρεσε ν’ αφήσει ούτε ένα μικρό διαμέρισμα.