Μεσαιωνολόγιο: Η ιστορία πίσω από τις παροιμίες...

Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …
Οι παροιμίες διασώζουν μία τεράστια κληρονομιά και μαρτυρούν ιστορίες από καιρό ξεχασμένες. Ιστορίες που φέρουν πολιτισμικά στοιχεία και ήθη από εποχές αλλοτινές και διδαχές που χρήζουν μελέτης προς γνώση και συμμόρφωση και αποφυγή μοιραίων επαναλήψεων. 
Γιατί όπως περιγράφει και το βιβλίο «Παροιμίες και Φράσεις» της Μπομπόλου – Κρίκου Λιλίκας, «η σοφία που περιέχουν οι παροιμίες δεν είναι θεωρητική, δεν είναι... άνωθεν, είναι η σοφία η δική μας, που τη βγάλαμε από τη δική μας πείρα και την είπαμε στη δική μας γλώσσα. Και που δοκιμάστηκε στο χρόνο και είναι πάντα επίκαιρη».

 

ΜΠΑΤΕ ΣΚΥΛΟΙ ΑΛΕΣΤΕ ΚΙ ΑΛΕΣΤΙΚΑ ΜΗ ΔΙΝΕΤΕ
Οι Φράγκοι, που είχαν υποδουλώσει άλλοτε την Ελλάδα, έκαναν τόσα μαρτύρια στους κατοίκους, ώστε οι Έλληνες τους βάφτισαν «Σκυλόφραγκους». Ό,τι είχαν και δεν είχαν, τους το έπαιρναν, κυρίως όμως ενδιαφέρονταν για το αλεύρι, που τους ήταν απαραίτητο για να φτιάχνουν ψωμί.
Κάποτε, σ' ένα χωριουδάκι της Πάτρας, μπήκαν μερικοί στρατιώτες σ' ένα μύλο και απαίτησαν από το μυλωνά να τους αλέσει όλο το σιτάρι που υπήρχε εκεί, με την υπόσχεση ότι θα του πλήρωναν μόνο τ' αλεστικά. Ο μυλωνάς ονομαζόταν Γιάννης Ζήσιμος, κι ήταν γνωστός για την παλικαριά του και την εξυπνάδα του. Όταν είδε τους Φράγκους να θέλουν να του αρπάξουν το βιος του με το έτσι θέλω, φούντωσε ολόκληρος! Συγκρατήθηκε όμως και δικαιολογήθηκε ότι δεν μπορεί μόνος του ν' αλέσει τόσες οκάδες σιτάρι. Οι στρατιώτες του είπαν τότε ότι θα τον βοηθούσαν αυτοί. Ο Ζήσιμος τους πέρασε στον μύλο και τους είπε δήθεν ευγενικά: «Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε». Ύστερα τους κλείδωσε μέσα κι έβαλε φωτιά στο μύλο. Εκεί τους έκαψε όλους σαν ποντίκια κι αυτός εξαφανίστηκε...

ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ ΜΟΥ, ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΟΥ
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης. Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους.
Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν ν' απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έ-χανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση.
Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου!».

Σκίτσο από το εξώφυλλο του βιβλίου  «Εμείς και οι Φράγκοι» του Νίκου Τσιφόρου
Σκίτσο από το εξώφυλλο του βιβλίου «Εμείς και οι Φράγκοι» του Νίκου Τσιφόρου

ΠΙΣΩ ΕΧΕΙ  Η ΑΧΛΑΔΑ ΤΗΝ ΟΥΡΑ
Οι Ενετοί, που άλλοτε κυριαρχούσαν στις θάλασσες, εγκαινίασαν πρώτοι τα ιστιοφόρα μεταγωγικά, όταν ήθελαν να μεταφέρουν το στρατό τους. Τα καράβια αυτά ήταν ξύλινα και πελώρια και είχαν σχήμα αχλαδιού. Έσερναν δε τις περισσότερες φορές πίσω τους ένα μικρό καραβάκι, που έβαζαν μέσα τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια, όπως ακόμα τρόφιμα και διάφορα πολεμικά σύνεργα. Οι Έλληνες τα είχαν βαφτίσει αχλάδες από το σχήμα τους.
Έτσι, όταν καμιά φορά στο πέλαγος παρουσιαζότανε κανένα άγνωστο καράβι, οι νησιώτες (βιγλάτορες) ανέβαιναν πάνω στους βράχους και απ' εκεί παρακολουθούσαν με αγωνία τις κινήσεις του. Αν ήταν απλώς ιστιοφόρο, δεν ανησυχούσαν τόσο, γιατί υπήρχε πιθανότητα να συνεχίσει αλλού τον δρόμο του. Αν όμως ήταν "Αχλάδα" τους έπιανε πανικός, γιατί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θ' άρχιζαν μάχες, πολιορκίες, πείνες και θάνατοι. Έφευγαν τότε για να πάνε να ετοιμάσουν την άμυνά τους. Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσε η φήμη ότι η "Αχλάδα" έχει πίσω την ουρά. Με την «ουρά» φυσικά εννοούσαν το καραβάκι που έσερνε το μεταγωγικό. Άρα επίθεση...

Σκίτσο από το εξώφυλλο του βιβλίου  «Τα Ρεμάλια Ήρωες» του Νίκου Τσιφόρου
Σκίτσο από το εξώφυλλο του βιβλίου «Τα Ρεμάλια Ήρωες» του Νίκου Τσιφόρου

ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
Στην Κόρινθο, που ήταν πλούσια πόλη, γίνονταν δύο πανηγύρια για εμπόρους απ' όλο τον κόσμο. Το καθένα είχε διάρκεια ενάμιση μήνα. Όταν την κατέκτησαν οι Φράγκοι, αυτά συνεχίστηκαν. Όσοι συμμετείχαν σ' αυτά σαν να μην τρέχει τίποτα, έλεγαν, όταν τους ρωτούσαν, πού πάνε: «είμαστε για τα πανηγύρια». Έκφραση που επικρατεί ακόμα για όσους δεν έχουν επίγνωση της σοβαρότητας μιας κατάστασης... και πολύ επίκαιρη πλέον σήμερα!