Η χαμένη τεχνογνωσία  της Οικονομικής Πολιτικής

Γράφει ο Ηλίας Καραβόλιας


Ό λοι πιστεύουμε ότι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές σημαίνει αυξημένη ελκυστικότητα επενδύσεων.

Πόσο σίγουροι είμαστε γι αυτό στην Ελλάδα; Καθόλου φυσικά. Γι’ αυτό, αν και όλοι θέλουμε να συμβεί αυτό, όσοι μιλάνε σήμερα, και σωστά, για φοροελαφρύνσεις οφείλουν να εξηγήσουν πώς θα καλύψουν το κενό στον στόχο του πλεονάσματος αν δεν σηκωθεί αντίστοιχα το ΑΕΠ.

Αν πιστεύουν κάποιοι ότι η πτώση των φορολογικών συντελεστών από μόνη της, αυτόματα,θα γεννήσει επενδύσεις έπεσαν απλά θύματα της ιδεολογίας τους. Πρέπει να μειώσουμε τους φόρους οπωσδήποτε αλλά ας υπολογίσουμε με ακρίβεια πόσο από το χρήμα που δεν θα πληρωθεί στο Δημόσιο θα πάει σε επενδύσεις και κατανάλωση ώστε στα δημόσια έσοδα να πιαστεί το 3,5% ετησίως ως πλεόνασμα.

Αυτό δεν αλλάζει όπως φαίνεται μέχρι στιγμής και δυστυχώς είναι το σωσίβιο που μας  πνίγει για να μην ξαναβουλιάξουμε στα ελλείμματα (στην πραγματικότητα πρόκειται για θηλειά στο λαιμό μας).

Όσοι σχεδιάζουν, και σωστά, αύξηση του κατώτατου μισθού χωρίς ταυτόχρονες φοροελαφρύνσεις στις εταιρείες ας αποδείξουν πώς θα ζήσουν οι επιχειρήσεις, αφού θα αυξηθούν τα μισθολογικά κόστη, στην περίπτωση που δεν σηκωθούν οι τζίροι. Πρέπει επίσης να αποδείξουν πώς η τόνωση του διαθέσιμου εισοδήματος, απο τους αυξημένους μισθούς, θα μεγεθύνει την Οικονομία άρα θα συμβάλλει στα δημόσια έσοδα και στον στόχο.

Όπως καταλαβαίνετε έχουμε εγκλωβιστεί στην επικράτεια των υπολογισμών. Για την ακρίβεια βρισκόμαστε στην επικράτεια των προβλέψεων αφού χωρίς προβολή παραμέτρων δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ωφέλιμο αποτέλεσμα. 

Χρειαζόμαστε αριστοποίηση μακροοικονομικών μοντέλων με εναλλακτικές παραδοχές και ευελιξία αντικατάστασης κριτηρίων.

Χρειαζόμαστε ταυτόχρονα βελτιστοποίηση στις οικονομετρικές μεθόδους εκτίμησης μεγεθών. Και αναρωτιέσαι φίλε αναγνώστη αν αυτά τα γνωρίζουν τα επιτελεία των πολιτικών μας. Δεν υπονοώ αυτό. Μια χαρά τα γνωρίζουν. Όμως πρέπει να ξέρουν επιπλέον ότι μόνιμες παράμετροι της αποτελεσματικότητας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής-σε κάθε επίπεδο- είναι η στόχευση, η εργατικότητα, η ορθολογική διακινδύνευση. Και φυσικά απαιτείται υψηλού επιπέδου συντονισμός και αποδοτικές παρεμβάσεις ωστε να αναπτυχθεί μια Οικονομία. 

Η Ελλάδα όμως είναι γεγονός ότι απώλεσε βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής εδώ και οχτώ χρόνια κάτι που σήμερα γίνεται εμφανές ειδικά στο σκέλος των δημοσίων επενδύσεων(έννοια παρεξηγημένη και μονίμως στο περιθώριο των αναλύσεων). Από το 2010 εγκαταστάθηκε στη χώρα μια μόνιμη πανοπτική επιτροπεία, ενας ασφυκτικός ελεγκτικός μηχανισμός εξασφάλισης της επιστροφής των δανειακών κεφαλαίων.

Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι η μόνιμη αύξηση του βαθμού εισπραξιμότητας των δημοσίων εσόδων. Ως πότε όμως θα ''τρώει'' χρήμα από την αγορά το Κράτος ; Ως πότε θα ροκανίζει την ανάπτυξη το υπερπλεόνασμα; Καλείται η πολιτική ηγεσία του τόπου να αναπτύξει μια ιδιαίτερα σύνθετη τεχνογνωσία οικονομικής πολιτικής, στηριγμένη στο περίφημο forecasting (προβλέπειν).

Αλλά η πραγματικότητα δεν είναι απλή όταν προαναγγέλονται μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης( ''Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται'' είπε εύστοχα προ κάποιων ετών ο Κώστας Σημίτης).

Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει την αριστοποίηση των προβλέψεων ώστε να συνδεθεί η μικροοικονομία με την θετική μεταβολή των δημοσιονομικών μεγεθών. Απαιτείται αυστηρή επιστημονική δουλειά, συνεχή stress tests στη μακροοικονομική εικόνα και επαφή με την πραγματικότητα σε εμπόριο, παραγωγή, κατανάλωση. 

Οι ροές χρήματος και οι πιστωτικές ροές πρέπει επιτέλους να συντονιστούν και εδώ παίζει σπουδαίο ρόλο η επανεκκίνηση του τραπεζικού συστήματος. Ξέρω οτι αυτά μοιάζουν αυτονόητα και κουραστικά. Είναι όμως χρέος της εξουσίας να ασχολείται με την εφαρμογή του αυτονόητου και να αποτρέπει το παράδοξο και το ανώφελο. 

Ειδικά όταν πρόκειται για την Οικονομία που για ακόμα μια φορά θα πω ότι δεν είναι, και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως κανονική...