Λεξιστορείν: Η σπάτουλα!

Με τη  λέξη σπάτουλα δηλώνουμε το εργαλείο με λαβή και με πλατύ και λεπτό έλασμα, που χρησιμοποιείται κυρίως για το ανακάτεμα ή για τη τοποθέτηση υλικών.

Η λέξη ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική  σπάθη, η οποία αρχικά σήμαινε κάθε αντικείμενο (π.χ  εργαλεία κι όπλα) που είχε πλατύ και επίπεδο σχήμα.

Η σπάθη πέρασε  στα λατινικά ως  spat(h)a, με υποκοριστικό τύπο το spatula στη νεότερη λατινική, απ’ όπου επανήλθε στην ελληνική γλώσσα ως αντιδάνειο με  τη νέα μορφή και σημασία του.