Σκεύος Τσουκαλάς: Ο Καλύμνιος «φρουρός» της Όπερας του Σίδνεϊ

Της ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ από τον Νέο Κόσμο

 

Αφήνοντας το κτίριο που στέγασε και πραγμάτωσε τα όνειρά του για να απολαύσει τις στιγμές ευτυχίας που χαρίζουν σε κάθε παππού τα εγγόνια του, ο ακούραστος «φρουρός» του εντυπωσιακού Opera House, μιλά στον «Νέο Κόσμο» για τη σχέση του με  τον επιβλητικότερο «ναό τέχνης» της Αυστραλίας

Ο Σκεύος Τσουκαλάς είναι άνθρωπος της τέχνης. Όχι με τη συμβατική έννοια του όρου – όπως δηλαδή, τον αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τίποτα. Ο Σκεύος παραμένει καλλιτέχνης.

Από το 1968 έως σήμερα εργαζόταν στον εμβληματικότερο «ναό τέχνης» της χώρας. Η δουλειά του εκεί δεν είχε να κάνει με την τέχνη. Ήταν τέχνη. Για 50 χρόνια κάθε πρωί στις 5.30, ο Σκεύος άρχιζε το έργο του.

Πριν οι πόρτες της Όπερας του Σίδνεϊ ανοίξουν για να υποδεχθεί τους κάθε λογής επισκέπτες της, ο Σκεύος με τα εργαλεία της τέχνης του, ένα σφουγγάρι και ένα διάλυμα ελαιολάδου και οινοπνεύματος, «ζωγράφιζε» τη λάμψη στις χάλκινες κουπαστές και άλλα διακοσμητικά του κτιρίου.

Άλλες φορές χρησιμοποιώντας ένα διάλυμα σόδας που ο ίδιος είχε επινοήσει επειδή «ήταν φιλικό» στις σκληρές επιφάνειες του κτιρίου, όπως λέει, έδιωχνε τα κατάλοιπα από τα καυσαέρια, βάζοντας ακόμα και στα τσιμεντένια ντουβάρια του, τη δική του πινελιά ζωντάνιας.

Ο πολύς κόσμος θα τον αποκαλούσε συντηρητή. Αυτή είναι η συμβατική περιγραφή της δουλειάς του Σκεύου Τσουκαλά. Αν, όμως, τον ακούσει κανείς να μιλά για την επαφή του με τη «γηραιά και επιβλητική κυρία» -έτσι αποκαλεί το Opera House- τότε καταλαβαίνει ότι κάθε φορά που ο Σκεύος την άγγιζε «μόρφωνε την ύλη της» όπως λέει και ο Σολωμός.

Στις αρχές του χρόνου ο Σκεύος πήρε μία μεγάλη απόφαση. Να βάλει ημερομηνία λήξης στην επαγγελματική του σχέση με την «εμβληματική κυρία» για να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στις άλλες κυρίες της ζωής του, τις τρεις εγγονούλες του και τον «άγγελο της ζωής» τη σύζυγό του Μαρίνα. Και η απόφασή του ήταν μεγάλη γιατί…

«Η καθημερινότητά μου για 50 χρόνια δεν ήταν καθημερινότητα. Δεν βαρυαναστέναξα ποτέ πηγαίνοντας για δουλειά, δεν είχα άγχος. Πήγαινα στη δουλειά και δεν καταλάβαινα ότι πήγαινα στη δουλειά. Πήγαινα ευχάριστα, λες και πήγαινα στο σπίτι μου» λέει.

Ο «ΦΡΟΥΡΟΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ
«Εμείς διαμορφώνουμε τα κτίριά μας. Στη συνέχεια, αυτά διαμορφώνουν εμάς» είχε πει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και αυτή η διαπίστωσή του για τη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπου και κτιρίου περιγράφει με τον πλέον ακριβή τρόπο αυτό που έζησε ο Σκεύος στα 50 χρόνια του εργασιακού του βίου.

Από την Κάλυμνο έφυγε ο Σκεύος για να έρθει στην Αυστραλία το 1964. Ήταν το μικρότερο αγόρι της δεκαμελούς οικογένειας που άφησε τον τόπο του σε ηλικία 19 ετών. Τα τέσσερα μεγαλύτερα αγόρια αδέλφια του είχαν ήδη μεταναστεύσει στην Αυστραλία και ζούσαν στο Σίδνεϊ.

Τον περίμεναν με ανοικτές αγκάλες… «Για μένα δεν φάνηκε τόσο πολύ η ξενιτιά. Είχα τη ζεστασιά των αδελφών μου. Δεν ταλαιπωρήθηκα όπως είχαν ταλαιπωρηθεί άλλοι μετανάστες. Δηλαδή, βρήκα σπίτι να με περιμένει και είχα τα αδέλφια μου να με προσέχουν. Ήταν σαν να βρισκόμουν στο νησί. Βρήκα εύκολα δουλειά, αλλά βέβαια η γλώσσα ήταν δύσκολη και, όπως και άλλοι μετανάστες, έτσι ταλαιπωρήθηκα και εγώ σ’ αυτόν τον τομέα. Ό,τι δουλειά και να πιάσεις χρειάζεσαι τη γλώσσα».

Το «βάπτισμα του πυρός» το πήρε -όπως και πολλοί άλλοι μετανάστες- σε ένα εργοστάσιο. Σύντομα κατάλαβε ότι αυτή η δουλειά δεν ήταν γι’ αυτόν και άρχισε να δουλεύει στην οικοδομή.

«Τελικά, κατέληξα στη ζούγκλα της Δυτικής Αυστραλίας εργάτης. Κάναμε γεφύρια. Σκληρή δουλειά και αυτή. Οι συνθήκες δεν ήταν ανθρώπινες. Γι’ αυτό πήρα την απόφαση να επιστρέψω στο Σίδνεϊ».
Ήταν το 1968 που ο Σκεύος επέστρεψε στο Σίδνεϊ. Ήταν η χρονιά που η ζωή του θα άλλαζε για πάντα.
«Τότε έπιασα δουλειά στην Όπερα. Ήταν όταν την έκτιζαν. Την ίδια χρονιά γνώρισα και τον άγγελο της ζωής μου και παντρευτήκαμε».

Λίγο αργότερα ήρθαν και οι δύο γιοι του.
«Οι συνθήκες όταν παντρεύεται ο άνθρωπος αλλάζουν. Έχεις άλλες ευθύνες. Πρέπει να μεγαλώσεις την οικογένειά σου, να δημιουργήσεις για τα παιδιά σου».

Και ο Σκεύος αυτό έκανε κάθε μέρα, κρεμασμένος μεταξύ γης και ουρανού στις σκαλωσιές της Όπερας του Σίδνεϊ. Η σχέση του μαζί της άρχισε τότε. Ήταν σχέση δημιουργίας αλλά και σχέση ζωής και θανάτου. Κάθε φορά που έβαζε ένα πλακάκι στην οροφή της έπαιζε και τη ζωή του κορώνα γράμματα. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό που βρισκόταν κοντά στην «εμβληματική κυρία», απαιτούσε τον σεβασμό του και όλες του τις αισθήσεις σε εγρήγορση.

«Η Όπερα άρχισε το 1958, αλλά η οικοδομική φάση του έργου δεν τελείωσε το 1973, τον Οκτώβρη που εγκαινιάστηκε. Πέρασε ένας ακόμα χρόνος έως ότου ολοκληρωθεί το έργο αλλά με το τελείωμα το κτίριο είχε αρχίσει να έχει ανάγκες επισκευής» προσθέτει εξηγώντας ότι από εποχιακός οικοδόμος κατέληξε, μόνιμος «προστάτης» της.

Περίπου 1.600 άνθρωποι δούλεψαν στην κατασκευαστική φάση του εξπρεσιονιστικού κτιρίου, αλλά όταν έφτασε η ώρα της ολοκλήρωσης του έργου μόνο 20 χρειάζονταν για τη συντήρησή του και ο Σκεύος ήταν ένας από αυτούς τους 20 «τυχερούς».

«Κάποιοι το λένε τύχη. Δεν ήταν η τύχη που με κράτησε κοντά της, ήταν η σκληρή μου δουλειά» λέει δίνοντας για πολλοστή φορά στο κτίριο ανθρώπινη υπόσταση.

«Με συμπαθούσε η διεύθυνση για την εργατικότητά μου και την αφοσίωση που είχα προς το κτίριο. Δεν έχανα ούτε μία μέρα από τη δουλειά. Με αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο και όχι ως αριθμό, με ήξεραν ως έναν τίμιο εργαζόμενο. Είχα μάθει τη γλώσσα όπως μαθαίνουν οι μετανάστες τη γλώσσα. Τα απλά αγγλικά. Σιγά-σιγά όμως με αυτά τα απλά αγγλικά και λόγω της αγάπης που έχεις για τη δουλειά που κάνεις, οι σμίξεις που έχεις με το προσωπικό του κτιρίου, με αρχιτέκτονες, με μηχανικούς με διευθυντές όλα αυτά με βοήθησαν.

Μου έδιναν θάρρος, δεν με ένοιαζε με ποιο τρόπο θα πω μία λέξη. Δεν με έβλεπαν σαν μετανάστη, δεν με κοιτούσαν αφ’ υψηλού. Άνοιξαν όλοι τους μία ζεστή αγκαλιά και με δέχθηκαν. Αγάπησα την διεύθυνση και μαζί με αυτούς και το κτίριο».

Έτσι καλλιεργήθηκε αυτή η αγάπη του Σκεύου για την Όπερα του Σίδνεϊ. Μέσα από τον σεβασμό και την εκτίμηση που του έδειξαν οι άνθρωποί της. Αυτή η ζεστασιά που εισέπραττε από τους ανωτέρους του, τρύπωσε στα άψυχα υλικά της, την μετέβαλε σε ζωντανό οργανισμό, γεννώντας στον «φρουρό» της την ανάγκη να τη φροντίζει όπως ο καθένας μας φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπά.

«Είναι ένα κτίριο που αντιπροσωπεύει αυτήν την χώρα σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη. Όποιος βλέπει την Όπερα σκέφτεται Αυστραλία. Ένιωθα περήφανος που ήμουν μέρος αυτής της οικογένειας και θα αισθάνομαι υπερήφανος για όσο ζω».

Κάθε χρόνο 8 εκατ. άνθρωποι επισκέπτονται την Όπερα του Σίδνεϊ και στα 50 του χρόνια εκεί ο Σκεύος είδε πολλούς, πάρα πολλούς, διάσημους, άσημους, παράξενους, ευτυχισμένους, λυπημένους, μικρούς και μεγάλους. Εκείνον, όμως, που θυμάται περισσότερο από όλους είναι ο Τέλι Σαβάλας.

«Με συγκίνησε ο Αριστοτέλης Σαβάλας. Με τα σπασμένα του ελληνικά όταν τον είδα και πήγα να τον χαιρετίσω, και του συστήθηκα μου είχε πει, “δηλαδή σ’ αυτό το ωραίο κτίριο έχει χυθεί ελληνικός ιδρώτας”. Δεν ξεχνώ ποτέ αυτές τις λέξεις του αείμνηστου Σαβάλα».

Η ΑΛΛΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ 
Ο Σκεύος Τσουκαλάς είναι ένας άνθρωπος με ατελείωτα αποθέματα τρυφερότητας.
«Η σχέση μου με την Όπερα δεν θα τελειώσει ποτέ. Την έχω στη σκέψη μου, την έχω στους τοίχους του σπιτιού μου. Είναι παντού» προσθέτει.

Και δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι έστω και αν το αντίο του ήταν επισήμως οριστικό, δεν αποκλείεται κάποια στιγμή ο Σκεύος θα κάνει πάλι βόλτες στους διαδρόμους της για να μοιραστεί μαζί της, και αυτήν τη φάση της ζωής του.

Δεν θα είναι όμως στο άμεσο μέλλον. Επί του παρόντος, η Μαρίνα, η Βησσαρία και η Κατερίνα, οι τρεις εγγονούλες του θα μονοπωλήσουν τον χρόνο του. Η καθημερινότητά του, τους ανήκει και αυτός είναι πανέτοιμος και πρόθυμος να μην τους στερήσει και να μην στερηθεί ούτε λεπτό από την παρουσία τους.

«Όταν ο άνθρωπος αρχίζει πλέον να παίρνει τον δρόμο για τη δύση αρχίζει να φιλοσοφεί τη ζωή. Όταν φτάσεις στα 73 σου χρόνια και έχεις εγγόνια, πρέπει να φιλοσοφείς. Έτσι, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι καλό πλέον να γίνω παιδί μαζί τους. Να φέρω πίσω τις παιδικές μου αναμνήσεις. Να ξαναζήσω χωρίς έγνοιες. Να κλωτσήσω μαζί τους την μπάλα στο πάρκο».

«Με περίμεναν κάθε βράδυ στο σπίτι να γυρίσω από τη δουλειά να παίξω μαζί τους. Δεν το βαστάει η καρδιά μου να τις αφήσω για περισσότερο καιρό να περιμένουν» καταλήγει.