Ο παπα-Κυριάκος, ο θεραπευτής  της Ρόδου που έκανε καλά τον κόσμο, αλλά τον έσυραν στα δικαστήρια!

Ανάμεσα στους πολλούς γιατρούς του παλιού Νιοχωριού, που ξεπερνούσαν μιαν εποχή τους είκοσι, ξεχώριζε μια μορφή ιερωμένου που ενώ δεν είχε καμιά δέσμευση με τον όρκο του Ιπποκράτη, ωστόσο η Ρόδος _τα μαράσια και τα χωριά_ τον λογάριαζε μοναδικό θεραπευτή. Ήταν ο ομορφόπαπας της εκκλησιάς της Παναγιάς Παπα-Κυριάκος Μανέτας. Ο παπα-Κυριάκος, από τη Βιλανόβα (το σημερινό Παραδείσι)  μόλις ρασοφόρεσε, 25 χρονών παλικάρι, εφημέρευε στην εκκλησία του Νιοχωριού «Τα Εισόδια της Θεοτόκου (απέναντι από τον Κούκο), εξήντα ολόκληρα χρόνια.

Ήταν πάντα γελαστός και πρόσχαρος με όλο τον κόσμο: χριστιανούς, Τούρκους, κι Εβραίους, γι’ αυτό όλοι τον αγαπούσαν. Στο πέρασμά του όλα τα σπίτια άνοιγαν τις πόρτες τους να τον καλοδεχτούν. Κι εκείνος έβρισκε ευχαρίστηση να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές, τα φούλια, τα γιασεμιά και τις κληματαριές. Να δείχνει πώς περιποιούνται τα πουλάκια στα κλουβιά και να πίνει σε αντάλλαγμα ένα Νιοχωρίτικο βαρύγλυκο καφεδάκι από το χέρι της νοικοκυράς.

Την ικανότητα του πρακτικού ορθοπεδικού ο παπα-Κυριάκος τη δασκαλεύτηκε από τη μάνα του, στο χωριό που ήταν κι εκείνη πρακτική μαία, με μεγάλη προσφορά. Τα πάμπολλα περιστατικά θεραπείας, στα στραμπουλήγματα, στα σπασίματα, στο νευροκαβαλίκεμα  μεγάλωσαν τη φήμη του και δεν περνούσε μέρα που να μην ανέβει τη μεγάλη σκάλα πάνω από τα κελιά της εκκλησίας κάποιος –μικρός ή μεγάλος,  με κρεμασμένο στο λαιμό το μαντηλοδεμένο μπράτσο και ν΄ ακουστεί σε λίγο να τσιρίζει από τους πόνους που του το βαζε ο παπάς στη θέση του ή του καλάμωνε το ξεχαρβαλωμένο χέρι. Τα πονεμένα πόδια τα θεράπευε στο πίσω μέρος της εκκλησιάς, στον νάρθηκα  ενώ για τα βαριά περιστατικά, γοφούς, γόνατα, κι ωμοπλάτες ο παπάς έτρεχε πρόθυμος στα σπίτια. 

Πληροφορίες θησαυρός είναι αυτές, από το βιβλίο «Νιοχωρίτικα» του Αντώνη Βρατσάλη που είναι βιβλίο-ντοκουμέντο και λίγοι τυχεροί έχουν ένα του αντίτυπο. 
Όταν έμπαινε ο γρουσουζομήνας ο Μάης και τα στραμπουλοσπασίματα πλήθαιναν από την «κακιά την ώρα» ο παπα-Κυριάκος δεν έβρισκε καιρό ούτε να φάει, ούτε να φουμάρει το μαύρο σέρτικο πούρο του. Πολλά σπασμένα και στραβοβαλμένα χειροπόδαρα, από άλλους θεραπευτές τα έδινε μια στο γόνατό του και τα ξεκολλούσε για να μην μείνουν σακάτηδες, τα ‘βαζε στη σωστή θέση τους, τα φάσκιωνε και τα καλάμωνε, μουσκεύοντάς τα με μπόλικη μαστίχα (ούζο).

Στα παιδάκια που λαχταρούσαν από τον πόνο τους έλεγε ύστερα:
«Βρε, μπερμπάντη, τι ήθελες, να σ΄ αφήσω να μείνεις σακάτικο σαν τον οβριό το λουμπουναρά, που από το φόβο του να μην τον αγγίξουν και πονέσει έμεινε το πόδι του στραβό σαν διχάλα»;
Οι γιατροί στραβομουτσούνιαζαν όταν άκουγαν για τον παπα-Κυριάκο. Ο κόσμος όμως δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο γύψο τους, έτρεχε στον παπά να τον καλαμώσει στα σίγουρα.  Σε χιλιάδες λογαριάζονταν οι θεραπευμένοι από τα χέρια του παπά μέσα στα εξήντα τόσα χρόνια που έζησε στο Νιοχώρι.  Αλλά κι οι πίκρες του ήταν μεγάλες! Τον πέρασαν από δίκη, του επέβαλαν 20 μέρες φυλακή, άλλο όταν ο δικαστής έφευγε με μετάθεση, πήγε και του ζήτησε συγχώρεση!
Διαβάζω στα «Νιοχωρίτικα»: «Κάποτε, ένας γιατρός Νιοχωρίτης παραπάτησε, στραμπούλιξε το πόδι του, κρεβατώθηκε για καλά. Είδε κι απόειδε και φώναξε τον παπά. Χούφτωσε το πόδι του ο παπάς, το παιξε δεξιά-ζερβά ώσπου ν΄ ακουστεί το «κράκ» και λέει γελώντας στο γιατρό: “Εγέρθητι, άρον τον κρέβατόν σου και περιπάτει...

«Ο γιατρός ξεθάρρεψε, σηκώθηκε κι έκαμε «στράτα» χωρίς να πονά. Έγινε καλά και για να ευχαριστήσει το θεραπευτή του μπήκε νονός και βάφτισε το μικρό γιο του παπα-Κυριάκου. Άλλη μια φορά, ο Ιταλός γιατρός Βιτάλε, συμβούλεψε κάτι γνωστούς του να βάλουν μερικές ενέσεις ασβεστίου στο αγοράκι τους, για να το δυναμώσουν. Μόλις όμως ο ίδιος ο γιατρός του ‘βαλε την πρώτη ένεση, το πόδι παράλυσε και το παιδί δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο. Βελόνα και φάρμακο του είχαν χτυπήσει το νεύρο. Οι μήνες περνούσαν και το πόδι του παιδιού πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Αδυνάτισε, στράβωσε το κάτω μέρος και το παιδί πατούσε λοξά με τον αστράγαλο. Όσοι γιατροί το εξέτασαν είπαν στους δικούς του να το ταξιδέψουν, να του κάμουν ηλεκτροθεραπείες. Τ΄ άκουσε ο παπάς και ζήτησε να δει το πόδι του παιδιού. Το πασπάτεψε και γέλασε: «Δεν είναι τίποτα Μανωλάκη, είπε. Κάμποσα ζεστά μπάνια θέλει, κι ένα καλό τρίψιμο κάθε φορά με μπόλικη σπιρτοκολώνια και φάσκιωμα ώσπου να λασκάρει το πιασμένο νεύρο»! Και το θαύμα έγινε! Το παιδί που κούτσαινε, κοντά ένα χρόνο, σ’ ένα μήνα έγινε καλά. Έτρεχε και κλωτσούσε την μπάλα στην αυλή της εκκλησιάς.

Λέγαν και για το πάθημα του Γιασιράνη. Ο Παναγιώτης Γιασιράνης, ένας βοσκός Αρχαγγελίτης, του ‘λαχε να σπάσει το χέρι του. Ένας πεινασμένος κομπογιαννίτης του είπε να σφάξει ένα αρνί να το φάνε και να τυλίξει με τη ζεστή προβιά το σπασμένο χέρι. Του πασπάλισε και κάμποσο κοπανιστό πευκορετσίνι για να δέσει και να κολλήσει το σπάσιμο. Σε μια εβδομάδα το χέρι του Γιασιράνη  τουμπάνιασε. Έσκισε και μύριζε από το πύον. Κρέας, ρετσίνι και προβιά έγιναν ένα και σάπισαν. Τον κατέβασαν στο νοσοκομείο να τον δει ο μεγάλος Ιταλός γιατρός. Βλέπει ο προφεσόρ  Γκαλίνα το πρησμένο χέρι τυλιγμένο στην προβιά και λέει να το κόψει. Τ΄ ακούει ο Γιασιράνης και παραλίγο να του ‘ρθει ταμπλάς. Παίρνει δρόμο ο Γιασιράνης  όπως ήταν στο νοσοκομείο με τη νυχτικιά και πάει τρεχάτος στην εκκλησία. «Σώσε με, παπά μου… Ο τζιαολόφτης ο γιατρός ξανοίει να μου πριονίσει το χέρι…». Εξετάζει το χέρι ο παπάς και λέει στην πρεσβυτέρα: «βράσε γρήγορα μπόλικο νερό…». Ξεκολλά την προβιά με το ξερό ρετσίνι, καθαρίζει το ξεπετσωμένο κρέας, ισιώνει το σπασμένο κόκαλο, του ρίχνει κοπανιστό ρόβι και το φασκιώνει. Αυτό ήταν. Σ΄ ένα μήνα ο Παναγιώτης ο βοσκός από τον Αρχάγγελο, κατέβασε δώρο, σηκωτό ένα αρνάκι, όσο μπορούσε να γαντάρει το χέρι που ‘γειανε ο παπάς».

Ζήτησα από τον εγγονό του, το Θανάση Στάμο, που έζησε κοντά του όσο κανείς, να καταθέσει τις μνήμες του για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νεώτεροι γι’ αυτή τη φωτεινή προσωπικότητα που έγραψε ιστορία!

Ζήσατε πολλά χρόνια με τον παππού σας, τον παπα-Κυριάκο, μαθαίνατε, βλέπατε το έργο και την προσφορά του!
Στο σπίτι μου εγώ πήγα μετά το Στρατό. Η μάνα μου, περιποιείτο το δωμάτιό μου χωρίς να μένω. Καμιά Κυριακή πήγαινα για φαγητό. Όλο τον άλλο καιρό, έμενα με τον παππού μου. Ήταν γιος παππά. Πατέρας του ήταν ο παπα-Αναστάσης, ο οποίος ήταν προϊστάμενος παπάς στο χωριό του, το Παραδείσι. Κατά το αιματηρό Πάσχα του 1919, πήγε ο Ιταλός στρατιώτης να τον τρυπήσει με τη ξιφολόγχη και φώναξε ο επικεφαλής «όχι τον ψηλό, τον κοντό…». Κι εφόνευσε τον παπα-Λουκά. Στις 40 μέρες του παπα-Λουκά, πέθανε κι αυτός από τη θλίψη. Τότε ο Μητροπολίτης Απόστολος ζήτησε να δοθεί ένα ορφανό από κάθε μία από τις δύο οικογένειες των παπάδων για να το κάνει παπά. Έτσι έγινε παπάς και ο παππούς μου, ο παπα-Κυριάκος. Διορίστηκε από το 1921-23 στο Παραδείσι το χωριό του και από το 1924 ο Απόστολος τον έφερε στα Εισόδια της Θεοτόκου, στο Νιοχώρι. Όπως έγραψε το περιοδικό «Ορθόδοξος Διδαχή» της εποχής εκείνης «μεταξύ πλειάδας ιερέων ο Μητροπολίτης επέλεξε τον εκ Βιλανόβας ορμώμενο παπά Κυριάκο ο οποίος είχε αγγελική μορφή και μελωδικότατη φωνή».

Ένας δυνατός άνθρωπος όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες!
Ένας άνθρωπος που άκουγε από τον κόσμο όλο μόνο ευχές. «Να ‘σαι καλά παπά μου, τα χεράκια σου ν’ αγιάσουνε»… «Ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων …» όπως τον αποκάλεσε ο μακαριστός Μητροπολίτης Σπυρίδων.  Ένας δυνατός, ρωμαλέος άντρας που έθρεψε έξι παιδιά και συνολικά είχε 10-12 άτομα να ταΐσει την ημέρα (δεν είχαν μισθό τότε οι ιερείς)  και πήγαινε και δούλευε στο χωράφι. Τέτοια ρώμη είχε που έλεγαν ότι το λισγάρι με τη δύναμη που το έσπρωχνε, έμπαινε το μισό μέσα στη γη. Είχε μια πολύ καλή πρεσβυτέρα, συμπαραστάτη του σ’ όλη τη ζωή. Στην εποχή της ήταν δασκάλα στον Έμπωνα και από 20 χρονών κοπέλα που έγινε παπαδιά, έβαλε το μαντήλι και δεν το έβγαλε ποτέ. 

Άλλαξε ενορία πήγε και έφτιαξε την εκκλησία του Αγίου Φανουρίου και πέρασε από δίκη γι’ αυτό!
Πήγε για μερικά χρόνια εφημέριος στον Αϊ Φανούρη και λυπήθηκαν πολύ οι Νιοχωρίτες. Ο φτωχόκοσμος όμως του Κάστρου που ήταν ταλαιπωρημένος από τους βομβαρδισμούς  και την πείνα του πολέμου τον αγκάλιασε και γυναίκες και άντρες του εξομολογούνταν τα βάσανά τους και ζητούσαν τη βοήθειά του. Και όλοι ευχαριστούσαν τον Άγιο Φανούρη που τους φανέρωσε τέτοιο παπά να τους λειτουργεί και να θεραπεύει τα βάσανα της φτωχολογιάς. Κατά προτροπή του Μητροπολίτη Απόστολου, έψαξε χώρο για να γίνει εκκλησία και κατέληξε στο σημερινό ναό του Αγίου Φανουρίου που οι Τούρκοι τον είχαν κάνει αποθήκη και στάβλο. Αφού καθάρισε το ναό, στα μέσα Μαΐου του 1945 αποφάσισε να τελέσει την πρώτη θεία λειτουργία. Κάποιοι Συμιακοί που έμεναν εκεί γύρω, από τη χαρά τους πήγαν κι έκλεψαν από Εγγλέζικο αγκυροβολημένο πολεμικό πλοίο δύο καμπάνες και το πρωί με το που άρχισε ο παπάς τη λειτουργία αρχίζουν το μπαμ -μπουμ, χαλούσε ο κόσμος.

Τούρκοι, αλλά και οι Εβραίοι που έμεναν στην περιοχή θεώρησαν ότι οι χριστιανοί ήθελαν να προκαλέσουν την αντίδρασή τους, για να τους εξολοθρεύσουν. Τελειώνοντας ο παπάς-Κυριάκος τη Θεία Λειτουργία έκανε αυτό που του είπε ο Απόστολος, ο οποίος πιθανότατα κάτι περίμενε ή κάτι φοβότανε. Πήγε και κρύφτηκε στο χωριό του, τη Βιλανόβα. Μετά από μία ώρα πήγε το περιπολικό με την Εγγλέζικη χωροφυλακή, τον πήρε και τον οδήγησε στο δικαστήριο για την αυτόφωρη διαδικασία. Στην αίθουσα  του αγγλικού δικαστηρίου βρισκόταν ο Χότζας,  και προσωπικό του τουρκικού προξενείου. Η κατηγορία ήταν ότι οικειοποιήθηκε ξένο ακίνητο. Όταν είδαν ότι με τις χειροπέδες ήταν ο παπα-Κυριάκος πετάχτηκε πάνω πρώτα ο Χότζας, αλλά και οι υπόλοιποι και είπαν «χαλάλι του, του τη χαρίζουμε γιατί αγαπά και θεραπεύει τους Οθωμανούς όπως τους χριστιανούς και καλύτερα…».  Στο ναό του Αγίου Φανουρίου έμεινε μέχρι το 1960 και ξαναγύρισε στα Εισόδια της Θεοτόκου, αφού οι κάτοικοι του Νιοχωριού συγκέντρωσαν  εκατοντάδες υπογραφές για να ξαναγυρίσει ο παπάς τους. Οι κάτοικοι του Αγίου Φανουρίου κρατούσαν βάρδιες για να μην πάει να πάρει τα λιγοστά του άμφια από την εκκλησία και πήγανε ξημερώματα τα παιδιά του και τα πήρανε. Μέχρι  που κοιμήθηκε παρέμεινε εφημέριος Νιοχωριού.

Προσέφερε βοήθεια σε μωράκια μέχρι μεγάλους, από γιατρούς μέχρι πολύ φτωχούς χωρίς ποτέ να παίρνει λεφτά!
Ο παπάς προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του χωρίς ποτέ να δεχτεί ούτε μία δραχμή. Δώρα του φέρνανε όταν γίνονταν καλά. Ένα τυράκι, ένα μπουκάλι κρασί, δύο κιλά φασόλια από την Κατταβιά, ένα μπουκάλι λάδι όταν δούλευαν οι λαδόμυλοι… Έβγαζε το ράσο, κι έμενε με το αντερί (ζωστικό) για να διορθώσει το πρόβλημα γιατί ήταν φαρδιά τα μανίκια. Τα μωρά ήταν… ειδικότης του. Στην αυλή του σπιτιού είχε καναρίνια, μια εποχή πήγανε εκατό. Έλεγε λοιπόν στα μωρά και στα παιδάκια «κοίτα το καναρίνι εκεί πάνω…» και με το που γυρνούσαν «τσακ « το χέρι,  κι έμπαινε στη θέση του. 

Υπήρξαν όμως περιστατικά της προσφοράς του που προκάλεσαν τότε το… σύστημα! Ποιο ήταν το αποκορύφωμα;  
Έκανε μια μικροεπέμβαση ο ίδιος,  κι ενώ ξυπνούσε από τη νάρκωση ακούει το γιατρό, το Μανόλη Σταματιάδη, πατέρα της Κλυτίας, που του την έκανε, να σχολιάζει βλέποντας την ακτινογραφία μιας γυναίκας, επώνυμης Ροδίτισσας του Νιοχωριού «αυτό το πόδι δεν μπορεί να το κάνει κανείς καλά, ούτε ο παπάς που φημίζεται…».  Ο παπάς λοιπόν πήγε στο σπίτι της κοπέλας να τη δει.  Έπιασε το στρώμα, το σημάδεψε με το ταψί, έκοψε το στρογγυλό κομμάτι ώστε να υπάρχει η τρύπα, κι έβαλε λεκάνη από κάτω για να ουρεί και ν’ αερίζεται για να μην κάνει πληγές από την κατάκλιση, κι αφού την έβαλε στο κρεβάτι τράβηξε το πόδι και το έβαλε στη θέση του, γέμισε δύο νάιλον γυναικείες κάλτσες με άμμο, τις τοποθέτησε ώστε να έχει ακίνητο το πόδι και στις 25 μέρες τη σήκωσε πάνω. Στην αρχή την κράτησε για να κάνει μερικά βήματα, άλλη μέρα της έδωσε μια καρέκλα για να περπατήσει, δεν υπήρχαν τότε τα «πι», μετά μπαστούνι, κι ύστερα πια δεν χρειαζόταν τίποτα. Από το γεγονός αυτό και κάποια άλλα σημαντικά που προηγήθηκαν και δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν οι γιατροί, άρχισε ο Γολγοθάς του παπά. Τη γυναίκα αυτή τρία Νοσοκομεία, της Ρόδου, της Λέρου που φημιζόταν για τα ορθοπεδικά και το νοσοκομείο Βούλας,  της έλεγαν ότι πρέπει να χειρουργηθεί. 

Ο παπάς την έκανε καλά με αυτοσχέδιους τρόπους και έπρεπε να τιμωρηθεί!
Εναντίον του παπά ασκήθηκε αυτεπάγγελτη μήνυση για «παραποίηση ιατρικού επαγγέλματος» και έφτασε και στο ακροατήριο, όπου του επιβλήθηκε ποινή 20 ημερών. Οι εφημερίδες έγραφαν: “O σπεσιαλίστας δεν θα προσφέρει πια τις υπηρεσίες του» και « Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»! Στο ακροατήριο που οδηγήθηκε, οι δικηγόροι της Ρόδου αγόρευσαν υπέρ του. Το Μανδράκι γέμισε κόσμο που ήρθε από παντού να του συμπαρασταθεί. Τότε ο παπάς για να δείξει στους δικαστές ότι δεν χρειάζεται νυστέρια, γύψους και άλλα ιατρικά μέσα παρά μόνο τη φώτιση του Θεού, μπροστά στους δικαστές έβγαλε τα τρία του δάχτυλα από το δεξί του χέρι και είπε προς τους δικαστές «ας έρθει όποιος γιατρός θέλει να μου τα βάλει στη θέση τους…». Τα έβαλε ο ίδιος στη θέση τους, εκεί μπροστά στους δικαστές.  Ο κόσμος φώναζε: «θα εξαγοράσουμε εμείς την ποινή...», αλλά ο παπάς γύρισε προς αυτούς και είπε «σας ευχαριστώ από την καρδιά μου, αυτό θα το κανονίσουν τα παιδιά μου…». Απευθυνόμενος δε προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου του είπε: «Αν θέλεις να σταματήσω,  στείλε ένα χωροφύλακα έξω από το σπίτι μου να διώχνει τον κόσμο. Γιατί και τώρα να πάω να βρω κάποιον να με περιμένει, θα τον βοηθήσω…».

Κι ο δικαστής του ζήτησε συγχώρεση!
Έξι μήνες μετά ζήτησε τον παπά στο σπίτι ένας κύριος,  που είχε μαζί του δυό μικρά παιδάκια. Ήταν ο δικαστής, που έφευγε με μετάθεση. Βάζει τα παιδιά του να του φιλήσουν το χέρι, γονάτισε κι ο ίδιος, πήρε το χέρι του το φίλησε και του είπε: «Έχω την κατακραυγή του κόσμου για την απόφασή μου, θέλω να με συγχωρήσεις πριν φύγω με μετάθεση… Δεν φταίω εγώ, φταίει ο νόμος...».

Όμως ο παπα Κυριάκος χτυπήθηκε κι από μεγάλες δυστυχίες, έχασε δύο γιους!
Είχε τη μεγάλη δυστυχία να χάσει δύο γιους του το 1969 και το 1972. Τον Αναστάσιο και τον Παναγιώτη σε ηλικία 46 χρονών ο ένας και 47 ο άλλος. Αυτό τον κατέβαλε πολύ. Θέλω σ’ αυτό το σημείο να σημειώσω και παράλληλα  να ευχαριστήσω τον  σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ρόδου κ.κ Κύριλλο, ο οποίος μου έδωσε την άδεια, μόλις το αποφασίσω να μεταφέρω τα οστά του στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Νιοχωρίου, σε κατάλληλη θέση που θα επιλεγεί και θα κατασκευαστεί οστεοφυλάκιο. Ήταν ένας καλός άνθρωπος, για εμένα, ο Θεός ξέρει καλύτερα. Ούτε τα οφίκια, τις φορές που πήρε διακρίσεις, ούτε οι τιμές και οι δόξες στη γη τον κολάκεψαν. Έλεγε «να είμαστε καλοί και ο Θεός θα μας ανταμείψει...»!