Λεξιστορείν: Ξεχασμένες ελληνικές λέξεις (1)

α) ο αδεισιβόας = αυτός που δεν φοβάται τη βοή, ο  ατρόμητος <α- στερητ. + ρήμα δέδοικα  (= φοβάμαι) + βοή 

β) ο αελλόπος = ο γρήγορος στα πόδια <η άελλα (= ο θυελλώδης άνεμος ) + πους (= το πόδι) γ) ο αθυρονόμος =αυτός που  παίζει με τον νόμο, που τον χρησιμοποιεί ή τον ερμηνεύει αυθαίρετα <αθύρω (=παίζω) + νόμος.