Λεξιστορείν: Ξεχασμένες  ελληνικές λέξεις (3)

α) αφραίνω = ρήμα που σημαίνει φέρομαι απερίσκεπτα, συμπεριφέρομαι ανόητα < από το επίθετο άφρων  (α στερητικό + φρην = ο νους)

β) η κηλήτειρα = αυτή που μαγεύει, που θέλγει < από το  κηλητήρ (< κηλῶ «μαγεύω, θέλγω»)

γ) ἀναμυχθίζω = στενάζω βαθιά, οδύρομαι  < ἀνα + μυχθίζω = ξεφυσώ θορυβωδώς με κλειστό το στόμα από αγωνία.