35 χρόνια μετά …Έλλη Λαμπέτη

Γράφει ο Πέτρος Μόσχος

1942 – Δύο μεγάλες Ελληνίδες παίρνουν το βάπτισμα στη σκηνή.

Η Έλλη Λαμπέτη και το έργο «Η Χάνελε πάει στον παράδεισο» του Χάουπμαν. Ήταν δώρο της Μαρίκας Κοτοπούλη στην Έλλη Λαμπέτη. Και η Έλλη είναι μόνο 17 χρονών.
Μια άλλη Ελληνίδα τραγουδά στη νεοσύστατη Λυρική Σκηνή την ΤΟΣΚΑ του Puccini, είναι η Μαριάννα Καλογεροπούλου, που λίγο καιρό μετά θα γίνει γνωστή ως Μαρία Κάλλας.
ΚΑΛΛΑΣ-ΛΑΜΠΕΤΗ είναι μόλις 17 ετών.

1943- Πεθαίνει ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.

Η σπίθα του ξεσηκωμού άναψε τη φωτιά, ο άξονας καταρρέει. Ανάμεσα στο πλήθος της εξόδιας ακολουθίας του μεγάλου ποιητή Κωστή Παλαμά ξεχωρίζει η παρουσία του Άγγελου Σικελιανού, που είπε «σε τούτο το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα», λίγο πιο πέρα η Μαρίκα Κοτοπούλη και κοντά της η Έλλη Λαμπέτη.

Η Μαρίκα της είχε πει ότι στο θέατρο πρέπει να ξέρεις ότι υπάρχει μεγάλη ζήλεια συναδέλφων, αλλά  εγώ θα ‘μαι το σκυλί που θα σε προστατέψει, προχώρα και μη σε νοιάζει.

Και λέει μετά στον Καρθαίο που ‘ταν στην επιτροπή να ακούσει την Έλλη να λέει τους στίχους  «γλυκά ματάκια των παιδιών, γλυκά ματάκια». Τ’ ακούει η Μαρίκα και τρελαίνεται και φωνάζει όρθια στα σκοτεινά «πές το ακόμα μια φορά» και η Έλλη το ξαναλέει, «Ακούς Καρθαίε;» μια φωνή από  τα σκοτεινά πάλι και ήταν η Μαρίκα.

Κι άνοιξαν οι πόρτες οι κλειδαμπαρωμένες, η  μικρή Έλλη έχει στα πόδια της όλη την Αθήνα!
Στάθηκα λοιπόν στην Έλλη και πήρα δρόμους για να κάνω κάτι γιατί η Έλλη ήταν η ηθοποιός που σημάδεψε τη γενιά μας, ήταν παρήγορο σημάδι η σκηνική της παρουσία και κατά περίεργο τρόπο ψάχνεις  να βρεις τη συνέχειά της στην Ελληνική σκηνή. Η Έλλη ήταν μοναδική, αναντικατάστατη και εξακολουθεί να είναι ακόμα και στις μέρες μας.

Πήγα στο Θεατρικό Μουσείο αναζητώντας υλικό για τα 35 χρόνια, μετά το ταξίδι της για την αιωνιότητα. Ούτε η κλειδαμπαρωμένη πόρτα, ούτε η βαριά αλυσίδα, ούτε το μεγάλο λουκέτο μ’ έκαναν πίσω. Το αφιέρωμα θα γίνει μ’ οδηγό την αγάπη για την πιο μεγάλη θεατρίνα του τόπου τούτου.

Και πέρασαν πολλά χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες και η Έλλη έφερε στην επιφάνεια όλα αυτά τα Λαμπετάκια, γιατί έτσι λέμε σήμερα τα παιδιά των ιδρυμάτων, αυτά που έγιναν ο σπόρος που έφερε καρπούς και παίζοντας κάθε Δευτέρα τα μονόπρακτα έδινε τις εισπράξεις για τα παιδιά των ιδρυμάτων, τα Λαμπετάκια.

«Τα παιδιά είναι παιδιά, ούτε ένα παιδί χαμένο. Έδωσα, θα πει, τα σωθικά μου γι’ αυτά. Πήγα στην Παναγιά την Χρυσοσπηλιώτισσα και προσευχήθηκα, το ίδιο κάνω πάντα στις δύσκολες στιγμές της ζωής, πάω το ζητάω από την Παναγιά όπως έκανε η Φιλουμένα με την Παναγία των Ρόδων και της είπα: «βοήθησέ με να κάμω ό,τι σκέπτομαι- χρήματα δεν έχω, αλλά τις εισπράξεις για όλα εκείνα τα παιδιά των ιδρυμάτων τις έδινα κι όλα τα παιδιά γίναν δικά μου, τα παιδιά των ιδρυμάτων».

Όλα ξεκίνησαν από το θαύμα της Άννι Σάλιβαν, εγώ κάνω τη δασκάλα ενός κωφάλαλου παιδιού και γίνομαι στόχος συζητήσεων, τώρα θα μου πείτε τι σχέση μπορεί να έχει μια ηθοποιός που υποκρίνεται τη δασκάλα μ’ ένα κωφάλαλο παιδί; Ρωτήστε τις Ελληνίδες των σωμάτων οδηγών, τις δασκάλες που διδάσκουν και δίνουν ψυχαγωγία και μόρφωση στα παιδιά αυτά τι σημαίνει γι’ αυτές. Έπρεπε λοιπόν να μάθω τη  γλώσσα των κωφάλαλων».

Η μαθήτρια ήταν η Έλεν Κέλερ και εδώ περιττό να σας πω πως η ιστορία της Σάλιβαν ήταν υπαρκτή και πολύ αληθινή, γι’ αυτό και το έργο συζητήθηκε από ιατρικούς κύκλους, κι έτσι άρχισα τον αγώνα. Έπρεπε να τους ξεσηκώσω όλους όσους θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για τα παιδιά, τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού.

Παίζω ακατάπαυστα και μπαινοβγαίνω από  νοσοκομεία. Δεν το βάζω κάτω.

Ο καρκίνος κτύπησε και εγώ δεν είμαι από τους εύκολους ασθενείς, έχω μάθει να παλεύω. Όταν μου εξήγησαν στο Μεμόριαλ τι θα κάνουν σε μια επέμβαση και τους είπα, θα είμαι συνεργάσιμη, δεν θα κλάψω και τρίτον ξέρω ότι θα πεθάνω, οι γιατροί με κοιτούσαν παραξενεμένοι.

Πριν το τέλος άφησα κληροδότημα να συνεχιστεί ο αγώνας για τα παιδιά, εκείνα που ‘χαν ανάγκη, σταματώντας την παράσταση έδινα συμβουλές σε όλους να ακολουθήσουν πιστά τα όσα άφησα σαν παρακαταθήκη. Ούτε ένα Ελληνόπουλο να μην χαθεί! Σταθείτε κοντά του».

Έτσι, σιγά σιγά ο σπόρος θα γίνει καρπός και θα ξυπνήσουν κοιμισμένες συνειδήσεις. Σιγά σιγά αρχίζει ένας αγώνας που θα με δικαιώσει πολλές δεκαετίες μετά.

Δεν είχα τίποτα, όλα πουλήθηκαν για την αρρώστια, το μόνο που μ’ απόμεινε είναι τα μάτια μου και τα δωρίζω για να σωθεί κάποιος με πρόβλημα όρασης.

Η Σάρα είναι και το κύκνειο άσμα της πορείας μου» είπε ο Πέτρος που τον ξέρω ότι θα βάλει την Πλισέσκαγια να χορέψει τον θάνατο του κύκνου. Ό,τι σας έδωσα είναι από περίσσεμα καρδιάς όπως λέει και το Ευαγγέλιο που σας διάβαζα.

 Ο παπά Σταμάτης, ο παππούς μου έλεγε: «δίνε ό,τι σου περισσεύει, υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν, εγώ τους δίνω ακόμα και τα κουφέτα από τους γάμους που μου δίνουν».

Τώρα,  Έλλη ξέρεις, ξύπνησαν οι πολυεθνικές και δίνουν κάποια χρήματα γι’ αυτά τα παιδιά, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετά. Η Πολιτεία προσέφερε κάποια πράγματα αλλά τα κατήργησε μετά. Ο εθελοντισμός δεν είναι αρκετός για να καλύψει τις ανάγκες.

Να ‘σαι μαζί μας τις βραδιές του αφιερώματος.

Η παραγωγή γίνεται με συνδιοργάνωση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, του ΔΟΠΑΡ και του Γαλλικού Καταλύματος, με την ευγενική υποστήριξη από την Πρόξενο κ. Αλίκη Μοσχή.

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Το Ίδρυμα υποτροφιών  Εμμ. Και Μ. Σταματίου.
Οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις Ν. Σουλούνια.

Τα ξενοδοχεία Mitsis Hotels και ειδικά το Grand Hotel.
Σύντομα θα ξαναβρεθούμε μαζί.