Η βελτίωση της Παραγωγικότητας και  η σχέση της με την Ελληνική Οικονομία

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

Η Παραγωγικότητα ορίζεται, ως η σχέση (ο λόγος) που υπάρχει μεταξύ του παραγόμενου προϊόντος (εκροές) και των συντελεστών παραγωγής (εισροές), οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους.

Αναλυτικότερα, η παραγωγικότητα του συνόλου της 0ικονομίας σε μία χώρα, προκύπτει από τη διαίρεση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), με το σύνολο των συντελεστών παραγωγής (έδαφος, εργασία, κεφάλαιο), οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του (ΑΕΠ).

Το ίδιο ισχύει για την παραγωγικότητα εργασίας – η οποία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες - σε μία Οικονομία (χώρα) ή σε μία επιχείρηση και ορίζεται, ως η σχέση μεταξύ του παραγόμενου αποτελέσματος και του εργατικού δυναμικού, το οποίο απασχολήθηκε στην Οικονομία (χώρα) ή στην επιχείρηση.

Η παραγωγικότητα είναι ο σημαντικότερος, ίσως, παράγοντας ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της βελτίωσης της ευημερίας των πολιτών μακροπρόθεσμα.

Και, ενώ, η ανταγωνιστικότητα προσδιορίζεται από την παραγωγικότητα (με την οποία η χώρα χρησιμοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό της, το κεφάλαιο και τους φυσικούς της πόρους), η παραγωγικότητα εξαρτάται τόσο από την αξία των παραγόμενων προϊόντων και των προσφερόμενων υπηρεσιών (π.χ. σύνθεση προϊόντος, προστιθέμενη αξία, ποιότητα προϊόντος, μοναδικότητα προϊόντος), όσο και από την αποδοτικότητα με την οποία αυτά παράγονται.

Το επίπεδο αύξησης της παραγωγικότητας μιας Οικονομίας είναι προσδιοριστικό του ύψους του κατά κεφαλήν εισοδήματος και της ευημερίας των πολιτών της. Επομένως, η αύξηση της παραγωγικότητας σε μία Οικονομία, είναι καθοριστικός παράγοντας της μεσο-μακροπρόθεσμης αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος(ΑΕΠ).

Προσδιορίζεται, μάλιστα, σε μέγιστο βαθμό από το ρυθμό αύξησης των επενδύσεων, δια μέσου των οποίων εισάγονται οι σύγχρονες τεχνολογικές μέθοδοι και τα καινοτομικά προϊόντα, καθώς και η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Από τους σημαντικότερους παράγοντες, οι οποίοι προσδιορίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας, σε συνδυασμό με την αύξηση των επενδύσεων, θεωρούνται:

Το ισχύον επιχειρηματικό και οικονομικό περιβάλλον
Το περιβάλλον αυτό, είναι εκείνο που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, αλλά και από το γενικότερο οργανωτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η οικονομία. Ειδικότερα, τα στοιχεία αυτά είναι εκείνα που προσδιορίζουν:

• Τις ανταγωνιστικές συνθήκες που ισχύουν στις διάφορες αγορές και επομένως, αποτελούν ισχυρό παράγοντα στη δημιουργία διεθνώς ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

• Το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, το οποίο, εκτός από τους κανόνες ανταγωνισμού, αφορά και την προστασία του περιβάλλοντος, των καταναλωτών, της απασχόλησης, κ.ά.

• Την ανάπτυξη της υγιούς, επιχειρηματικότητας μέσα στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού.

• Τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της οικονομίας, με τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό (π.χ. υπηρεσίες ασφάλειας, άμυνας, δικαιοσύνης, παιδείας, υγείας), ώστε να επιτυγχάνονται, τόσο η προσφορά υψηλής ποιότητας υπηρεσιών όσο και η ανάπτυξη συνθηκών αξιοκρατίας και διαφάνειας.

• Τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, όπου η αποτελεσματικότητά της αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τη διαθεσιμότητα του ανθρώπινου δυναμικού, το ύψος και το ρυθμό αύξησης των εργατικών αμοιβών, καθώς και το μέγεθος και το βαθμό αύξησης της παραγωγικότητας εργασίας στην οικονομία.

Το επίπεδο ανάπτυξης της οικονομικής, τεχνολογικής και κοινωνικής υποδομής της χώρας.
Στον τομέα αυτό συμπεριλαμβάνονται οι τομείς των μεταφορών και επικοινωνιών (οδικά έργα, σιδηρόδρομοι, λιμάνια, αεροδρόμια, κ.α.), της ενέργειας, των τεχνολογιών και πληροφορικής, της εκπαίδευσης, της υγείας, του χρηματοοικονομικού συστήματος, κ.α.

Στις περιπτώσεις που βασικοί τομείς υποδομών, όπως π.χ. οι τηλεπικοινωνίες, οι σιδηρόδρομοι, τα αεροδρόμια, το τραπεζικό σύστημα κ.ά. λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αν και υπό τον ρυθμιστικό έλεγχο του  του κράτους, η αναπτυξιακή τους πορεία είναι ανάλογη με εκείνη των άλλων ανταγωνιστικών – ιδιωτικών κυρίως - τομέων της οικονομίας. Βέβαια η λειτουργία των τομέων αυτών κάτω από το έλεγχο του κράτους, έχει πολλές φορές, ως συνέπεια, την αναπτυξιακή τους καθυστέρηση και την προβληματική τους λειτουργία.

Στις αναπτυγμένες οικονομίες, όπου οι παραπάνω τομείς αποτελούν δημόσια αγαθά, το κράτος ασχολείται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την εποπτεία, για την ομαλή λειτουργία τους, και όχι με τη διαχείρισή τους. Επομένως, οι συνθήκες του υγιούς ανταγωνισμού σε αυτούς τους τομείς, αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Το επίπεδο ανάπτυξης της υγιούς επιχειρηματικότητας στη χώρα.
Όπως γνωρίζουμε, η επιχειρηματικότητα, ευδοκιμεί σε άλλες χώρες περισσότερο και σε άλλες λιγότερο, καθώς ενισχύεται ή επιβαρύνεται από το γενικότερο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας τους.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 χωρών, οι επιτρεπόμενοι μηχανισμοί ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας είναι οι εκάστοτε αναπτυξιακοί νόμοι, οι οποίοι παρέχουν τα κίνητρα για την ανάπτυξη των επιχειρηματικών επενδύσεων –κυρίως σε περιφερειακό επίπεδο - καθώς και οι πολιτικές, για την ενίσχυση των επενδύσεων, μέσα από τα επιχειρησιακά προγράμματα «ανταγωνιστικότητας» των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης.

Ο βαθμός ανάπτυξης της έρευνας, της τεχνολογίας – καινοτομίας, της γνώσης και, γενικά, της δημιουργικότητας στις επιχειρήσεις.
Η παραγωγή επώνυμων προϊόντων στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά, το ύψος των δαπανών σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη κ.ά., συμβάλλουν αισθητά στην αύξηση της παραγωγικότητας και κατ’ επέκταση στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Οι δράσεις έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας αποτελούν στις αναπτυγμένες χώρες τον κορμό της αναπτυξιακής τους πολιτικής Ωστόσο, οι επιδόσεις της χώρας μας στους εν λόγω τομείς είναι αρκετά χαμηλές. Η επιτάχυνση όμως της μετάβασης στην οικονομία της έρευνας, της γνώσης και της καινοτομίας, είναι στόχος που συνάδει με τη στρατηγική της Λισαβόνας, αλλά και με τις επιταγές της πολιτικής της συνοχής και αποτελεί κεντρική αναπτυξιακή επιλογή της χώρας μας στο σημερινό ολοένα και πιο απαιτητικό, ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Βέβαια, όλα αυτά για να ευδοκιμήσουν, απαιτείται η ύπαρξη και η λειτουργία στη χώρα μας διεθνοποιημένων επιχειρήσεων με υψηλό επίπεδο οργανωτικής δομής και επιχειρηματικής λειτουργίας, καθώς και επιχειρήσεων που πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση των επιδιώξεων αυτών, σε ανταγωνιστικό κόστος στις διεθνείς αγορές (καλύτερη δυνατή σχέση κόστους παραγωγής – τιμής πώλησης προϊόντος, κ.ά.).

Η είσοδος των διεθνοποιημένων επιχειρήσεων στη χώρα μας είναι αναγκαία, γιατί η μικρή συμβολή των ημεδαπών επιχειρήσεων, αποτελεί ένα από τα ασθενέστερα σημεία του εθνικού συστήματος καινοτομίας, έρευνας και τεχνολογίας.

Η δε χαμηλή συνεισφορά στην ερευνητική δραστηριότητα, μπορεί να αποδοθεί στις γενικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής παραγωγικής βάσης, όπως π.χ. οι πολλές υπάρχουσες μικρές επιχειρήσεις, οι διάφοροι παραδοσιακοί κλάδοι που δεν αναπτύσσονται, το πολύ μικρό δυναμικό σε τομείς που παράγουν τεχνολογική καινοτομία, το υπάρχον προσωπικό επιχειρήσεων χωρίς υψηλό επιστημονικό επίπεδο, οι επικρατούσες από τους επιχειρηματίες συμπεριφορές αποφυγής ανάληψης κινδύνων, κ.α.

Ωστόσο, την τρέχουσα περίοδο, απαιτείται και μία στρατηγική του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας. Η στρατηγική αυτή θα επιβάλλει την καθολική χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και των ηλεκτρονικών συναλλαγών, με στόχο - εκτός των άλλων – την αποτροπή της φοροδιαφυγής, η οποία νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό, σε βάρος των διεθνοποιημένων και υγιών επιχειρήσεων, τις οποίες αποθαρρύνει και επομένως, αυτό, δεν οδηγεί στη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Ο βαθμός εξωστρέφειας μιας Οικονομίας.
Ο βαθμός εξωστρέφειας μιας Οικονομίας αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα, ο οποίος συμβάλει στη δυνατότητά της για εκμετάλλευση των «οικονομιών κλίμακας» που υπάρχουν, τόσο στην παραγωγή όσο και τη διάθεση πολλών προϊόντων και κατά συνέπεια, οδηγούν στην ανταγωνιστικότητα της παραγωγικής διαδικασίας και κατ’ επέκταση, στην αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής.

Με τον όρο «οικονομίες κλίμακας», εννοούμε τις θετικές επιδράσεις που έχουμε στο κόστος παραγωγής μιας επιχείρησης ή μιας οικονομίας, δηλαδή στις εξοικονομήσεις κόστους, οι οποίες επιτυγχάνονται από τη μεγέθυνση της επιχείρησης. Επομένως, οι οικονομίες κλίμακας αναφέρονται στα πλεονεκτήματα της μαζικής παραγωγής, τα οποία οδηγούν στη μείωση του κατά μονάδα κόστους, δηλαδή στην πτώση του μέσου κόστους παραγωγής.

Η χώρα μας χαρακτηρίζεται, ακόμα και σήμερα, από σχετικά χαμηλό βαθμό εξωστρέφειας, πράγμα που λαμβάνεται ως ένδειξη της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των κλάδων της οικονομίας που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες .Επιβάλλεται λοιπόν ένας μετασχηματισμός του παραγωγικού προτύπου προς μία εξωστρεφή οικονομία, που θα συμβάλλει στην αύξηση των εξαγωγών και την παράλληλη υποκατάσταση των εισαγωγών, στοχεύοντας έτσι στην αύξηση της παραγωγής, της απασχόλησης και των εισοδημάτων.

Θεωρείται δεδομένο, ότι οι ξένες άμεσες επενδύσεις συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας σε μακροχρόνιο ορίζοντα, ενισχύοντας τις εξαγωγικές μας δυνατότητες, με ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια, ενώ παράλληλα, τονώνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, μέσω της υιοθέτησης τεχνολογικών καινοτομιών.

Είναι διεθνώς αποδεκτό, ότι μία Οικονομία που δεν παράγει, που δεν είναι παραγωγική και παράλληλα ανταγωνιστική, δεν αναπτύσσεται. Αυτό, άλλωστε, αναδεικνύει σε μεγάλο βαθμό την επιδείνωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία αντικατοπτριζόταν στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, το οποίο εδώ και δεκαετίες ήταν μόνιμα ελλειμματικό.

Ο βαθμός στον οποίο μια χώρα σημειώνει πρόοδο στους τομείς που αναφέραμε, ενισχύει το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητάς της. Ωστόσο, η παραγωγικότητα μιας οικονομίας αυξάνεται περισσότερο, όταν το οικονομικό – επιχειρηματικό και κοινωνικό της περιβάλλον, ευνοεί την προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων (εγχώριων και ξένων). Αυτό καταδεικνύει τη δυναμική σχέση που υπάρχει μεταξύ των επενδύσεων και της παραγωγικότητας.

Κατά συνέπεια, η επίτευξη υψηλών ρυθμών βελτίωσης της παραγωγικότητας, αλλά και ικανοποιητικών ρυθμών αύξησης της παραγωγής, συνεπάγονται ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό, εφόσον επιτευχθεί στην ελληνική οικονομία θα συμβάλλει, εκτός των άλλων, και στην κάλυψη του παραγωγικού μας «κενού». Το παραγωγικό «κενό» στη χώρα μας είναι μεγάλο, υποδηλώνοντας ότι η οικονομία μας λειτουργεί κάτω από τις πραγματικές της δυνατότητες.

Είναι αποδεκτό πια, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας, σε οποιαδήποτε οικονομία, αποτελεί τον μοναδικό, ίσως, μηχανισμό, για την επίτευξη υψηλών ρυθμών αύξησης των πραγματικών μισθών των εργαζομένων και γενικά, των αμοιβών των συντελεστών παραγωγής. Κατά συνέπεια, η επίτευξη προόδου στον τομέα της παραγωγικότητας, απαιτεί και την εφαρμογή της κατάλληλης εισοδηματικής πολιτικής. Γι’ αυτό, στόχος της πολιτείας πρέπει να είναι και ο προσδιορισμός συμμετοχής των ανάλογων απολαυών στους εργαζομένους, χωρίς ωστόσο να διαταράσσεται η ισορροπία λειτουργίας του οικονομικού συστήματος της χώρας.

giansamar@gmail.com