Δίκαιη η αειφόρος ανάπτυξη;

Γράφει ο αρχιτέκτονας Αγαπητός Ξάνθης

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου, η ανάπτυξη είναι συσχετισμένη με την αγορά, τα κέρδη και σε συμπληρωματικό πεδίο με τις θέσεις εργασίας και την απασχόληση ευρύτερα.

Πράγματι οι παίκτες που σήμερα μάχονται με όρους γεωοικονομίας είναι: οι εργαζόμενοι, οι εταιρείες και το κράτος με την οικονομική πολιτική του.   

Σε αυτό το ισοσκελές τρίγωνο εμφανίζονται συνθήκες ελαστικής εργασίας, (flexibility labour) και τα συμπλέγματα παραγωγής (clusters), ως τα νέα μετα-φορντιστικά μοντέλα ανάπτυξης.

Στηρίζονται κυρίως στην εξειδίκευση, στην καινοτομία, στην άμεση παραγωγή και στη χρήση της ρομποτικής (σύγχρονη τεχνολογία).

Ο κόσμος αλλάζει σε μια πλανητική σφαίρα όπου τα πάντα βρίσκονται σε κύλιση με βάση τον ανταγωνισμό. Οι αρχές της ευταξίας, της ποιότητας ζωής και της ετερότητας συγκλίνουν σε μια διεθνοποιημένη οικονομία, χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα κοινότητας, αλλά σε μια mega-complexity, όπου οι μηχανές παράγουν χωρίς να «βλέπουν και να αφουγκράζονται» τόπους και ιδιαιτερότητες.

Το προϊόν είτε παράγεται στη Δύση ή στην Ανατολή, στην Κίνα ή στη Γερμανία, είτε την Αφρική η στις ΗΠΑ, οφείλει να διατηρεί συγκεκριμένα στάνταρτ, αλλά κυρίως να είναι ανταγωνιστικό και ελκυστικό στην κατανάλωση και στον ατομικισμό. 
 
Ο κίνδυνος της νέα εποχής είναι η απουσία συλλογικής σκέψης, κοινών συμφερόντων και αλληλεγγύης.
Οι πάντες για τον εαυτό τους και όλοι για την μονάδα…  Σε αυτή την «ασυναίσθητη» πολιτική, η απάντηση είναι βιώσιμη ανάπτυξη.

Είναι η λύση στην ανάπτυξη που προκλήθηκε από την  μετα-βιομηχανική επανάσταση του ’70, η οποία προκάλεσε την σωρεία προβλημάτων στο περιβάλλον, στην κατανομή της ευημερίας, στο χάσμα Βορρά-Νότου.

Η παγκόσμια κοινότητα ξυπνάει από το λήθαργο της μεγέθυνσης και αρχίζει να λαμβάνει μέτρα με συλλογικές αποφάσεις σε παγκόσμια φόρα ή διασκέψεις για το μέλλον της ανθρωπότητας και της μητέρας Γης.

Χρησιμοποιεί τον όρο Αειφόρος Ανάπτυξης (sustainability development) για να προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη φθορά του περιβάλλοντος, της κοινωνίας, της οικονομίας αλλά και του πολιτιστικού κεφαλαίου.

Η μάχη είναι άνιση γιατί οι ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρίες  διαθέτουν τεράστια συμφέροντα (βλέπε την πρόσφατη αποχώρηση των ΗΠΑ από την διάσκεψη της κλιματικής αλλαγής-2015) και έτσι επιβάλλουν τους δικούς κανόνες υπέρ των ολίγων.   

Εδώ έρχεται η διάσταση της δικαιοσύνης που μαζί με την ευθύνη, τη δημοκρατική διακυβέρνηση και την αλληλεγγύη δημιουργούν το πλέγμα των αξιών της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ουσιαστικά η δίκαιη ανάπτυξη (justice development) αποτελεί προωθητικό μοχλό της αειφόρου ανάπτυξης και η δίκαιη ανάπτυξη θεμελιώδες υποσύνολο της βιώσιμης ανάπτυξης (sustainability development).

Η βιώσιμη ανάπτυξη σύμφωνα με τις αρχές της έκθεσης του Brundtland με τίτλο «Our Common Future», επιτροπής  του ΟΗΕ το 1987, καταγράφεται ως: «Αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να υπονομεύει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Εμπεριέχει δύο έννοιες κλειδιά:

(α) Η έννοια των «αναγκών» και συγκεκριμένα τις ουσιαστικές ανάγκες των φτωχών του κόσμου, στις οποίες πρέπει να μπει προτεραιότητα.

(β) Η ιδέα των περιορισμών που θέτει η τεχνολογία και η κοινωνική οργάνωση στις δυνατότητες του περιβάλλοντος να καλύψει τις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες.» (Our Common Future, σελ. 43).

Συνεπώς και η αειφόρος ανάπτυξη και η δίκαιη ανάπτυξη οδηγούν τον ίδιο δρόμο της αξιοβίωτης ζωής φτάνει να καταλάβουμε ότι είμαστε προσωρινοί μισθωτές της γης και οφείλουμε να παραδώσουμε το μίσθιο στην ίδια και ίσως ποιοτικότερη κατάσταση στην επόμενη γενιά.

Το πρώτο είναι η ομπρέλα και το δεύτερο η ακτίνα στήριξης.