Λεξιστορείν: Άρχισε  να μουγκρίζει!

Το ρήμα μουγκρίζω σημαίνει «βγάζω υπόκωφη και παρατεταμένη φωνή»  (π.χ.  μουγκρίζει το βόδι), «παράγω ήχο που μοιάζει με μούγκρισμα (π.χ. μουγκρίζει από τον πόνο σαν βόδι που το σφάζουν, μουγκρίζει η μηχανή του αυτοκινήτου, η φουρτουνιασμένη θάλασσα).

Το ρήμα ανήκει στις ηχομιμητικές λέξεις καθώς παράγεται από το  μυκηθμό «μούου»  των ταύρων κι άλλων ζώων και την κατάληξη –ίζω που απαντά συχνά σε ηχομιμητικά ρήματα (π.χ. κακαρίζω, νιαουρίζω).