Λεξιστορείν: Σε καμαρώνω!

To ρήμα καμαρώνω σημαίνει υπερηφανεύομαι, θαυμάζω κάποιον αλλά και με ειρωνική διάθεση βλέπω και ντρέπομαι (π.χ. καμάρωσε τον προκομμένο σου).

Προέρχεται από το παλιότερο ρήμα καμαρώ που σήμαινε «διακοσμώ με καμάρες».

Η καμάρα αρχικά δήλωνε τα κτίσματα  με τη θολωτή στέγη, αλλά και τις αψίδες που κατασκεύαζαν οι αυτοκράτορες προς τιμήν των στρατιωτικών τους θριάμβων.

Έτσι, επειδή οι καμάρες σχετίζονταν με σπουδαίες και πλούσιες κατασκευές, «χάρισαν» στο ρήμα καμαρώνω τη  σημερινή του σημασία «υπερηφανεύομαι».