Λεξιστορείν: Έπεσε άγαρμπα!

Το επίρρημα άγαρμπα προέρχεται από το επίθετο άγαρμπος που σημαίνει  «αυτός που δεν έχει συμμετρικές αναλογίες, o άκομψος, ο άξεστος». (π.χ.  Μη  κάνεις καμιά άγαρμπη κίνηση και χτυπήσεις).

Πρόκειται για σύνθετη λέξη  με α’ συνθετικό το α (στερητικό) + γάρμπος από το λατινικό garbo που σημαίνει «κομψότητα, χάρη, ευγένεια» (τα χαρακτηριστικά δηλαδή που στερείται ο άγαρμπος).