Από τη φαεινή ιδέα επιβολής φόρου στους Ορθόδοξους Χριστιανούς, στη φαλκίδευση του μαθήματος των θρησκευτικών

Η απόφαση του υπουργού παιδείας, έρευνας και θρησκευμάτων για τον περιορισμό της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στη μία ώρα εβδομαδιαίως, είναι φανερό ότι διακρίνεται από αυτοσχεδιασμό, προχειρότητα, παρορμητισμό και ιδεολογική προκατάληψη και δεν εισφέρει στην ανθρώπινη ολοκλήρωση που είναι συνυφασμένη με την ανθρωπιστική προσφορά, η έλλειψη της οποίας μαστίζει τον σημερινό κόσμο.

Η παροχή της κοινωνικής αλληλεγγύης από την Εκκλησία δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομική ενίσχυση των απόρων, αλλά και σε εθελοντική ηθική συμπαράσταση, ακόμη και σε εύπορους ανθρώπους, με υπαρξιακά προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα.    

Μολονότι ο νόμος δεν της το απαγορεύει, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει επιλέξει να μην προβάλλει από τα ΜΜΕ το ανθρωπιστικό και φιλανθρωπικό έργο της, διότι είναι προσηλωμένη και δεσμεύεται ηθικά από την ευαγγελική ρήση «μη γνώττω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».

Αποτέλεσμα αυτής της μετριοφροσύνης και της μετριοπάθειας, είναι οι καθημερινές λοιδορίες, μυκτηρισμοί  και ακατονόμαστες ύβρεις που κατά κανόνα στρέφονται εναντίον των πιο προβεβλημένων και καταξιωμένων αρχιερέων, επειδή με το λόγο τους, από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε ο Χριστιανισμός, ενοχλούν το «σύστημα».

Ο Λαός θεωρεί και τοποθετεί τους ιερωμένους σε μια δική του ειδική ατμόσφαιρα «αναμάρτητων» και συγχέει και συνταυτίζει τυχόν παρασπονδίες τους με τον θεσμό της Εκκλησίας, αγνοώντας την κλασική ρήση ότι «ανθρώπινο είναι το σφάλλειν και η επανάληψη των σφαλμάτων επίσης».

Σε αντίθεση με τα πολιτικά κόμματα, η Εκκλησία, παρόλο διαθέτει και εφαρμόζει χωρίς «κωδωνοκρουσίες» μέχρι κεραίας το πρόγραμμά της, εντούτοις στερείται των μέσων να προσελκύσει τη μαζική προσέλευση «οπαδών», δηλαδή πραγματικών χριστιανών, πρόθυμων να συμμετάσχουν στην εξόχως ανθρωπιστική προσφορά της.

Ένα από τα λίγα μέσα που έχει στη διάθεσή της η Εκκλησία και που αντικατοπτρίζει την ιδεατή ατμόσφαιρα ηθικής και χρηστής συγκρότησης που θα έπρεπε να επικρατεί στο κοινωνικό σύνολο, είναι και το μάθημα των Θρησκευτικών.

Είναι τουλάχιστον ατυχής η προσπάθεια να καταστεί το μάθημα των Θρησκευτικών αντικείμενο πολιτικής διαμάχης  και να αποδίδονται στη διδασκαλία του διάφορες ερμηνείες και προθέσεις.  

Η επίσημη Εκκλησία είναι απόλυτα αφοσιωμένη στο χριστιανικό έργο της και δεν εμπλέκεται και ούτε παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες της κοσμικής εξουσίας, διότι γνωρίζει ότι όταν οι κληρικοί αναλαμβάνουν κρατικά καθήκοντα, είναι αναπόφευκτα αναγκασμένοι εκ των πραγμάτων να ακολουθήσουν τις ίδιες μεθόδους και να ενεργήσουν ακριβώς κατά τον ίδιο «αμαρτωλό» τρόπο με τους πολιτικούς.

Μολονότι έχουμε πασίγνωστα ανάλογα ελληνικά παραδείγματα, θα προτιμούσα να αναφερθώ στον επίσκοπο του Ωτέν Κάρολο Ταλλεϋράνδο, ο οποίος αφορίστηκε και αποσχηματίστηκε από τον Πάπα επειδή συνετάχθη με το Διευθυντήριο.  

Ο αφορισμός και ο αποσχηματισμός δεν εμπόδισε τον Ταλλεϋράνδο να εξελιχθεί στον διαπρεπέστερο και αξεπέραστο διπλωμάτη όλων των εποχών, μέχρι τις μέρες μας, ο οποίος υπηρέτησε επιτυχώς και με αφοσίωση ως υπουργός εξωτερικών όλα τα καθεστώτα, από το Διευθυντήριο και τους Λουδοβίκους, μέχρι και τον Μεγάλο Ναπολέοντα.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στον Ταλλεϋράνδο ανήκουν τα περίφημα διαχρονικά αποφθέγματα ότι «ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο για να κρύβει τη σκέψη του» και ότι «δύο πράγματα είναι απέραντα: το Σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία».

Παρά τον απόλυτο χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους που ισχύει στην Ελλάδα, βλέπουμε το κράτος να επιδιώκει την ενεργή ανάμειξή του στις υποθέσεις της Εκκλησίας.

Δείγμα της ανεπίτρεπτης αυτής ανάμειξης που παραβιάζει κατάφωρα ακόμη και τη θεμελιώδη αρχή των προσωπικών δεδομένων, είναι και η απίστευτη ακραία πρόταση που διατυπώθηκε από γνωστό στέλεχος της αριστεράς, ότι ο κάθε χριστιανός θα πρέπει υποχρεωτικά να δηλώνει κάθε χρόνο στην ετήσια φορολογική του δήλωση τη χριστιανική του πίστη, προκειμένου να του επιβληθεί και να πληρώνει ιδιαίτερο ειδικό φόρο θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Ηλίας Κ. Κυπραίος
Πολιτευτής Δωδεκανήσου