«Παραπονεμένα λόγια»  κύριε Μάνο Ελευθερίου

Γράφει η
Ρένα Παπακωνσταντίνου

Είναι πρωί και δύο μέρες κάνω πρόβα τι θα πω στο τηλεφώνημα που επιθυμώ να κάνω. Το ανέβαλα τόσες φορές, σήμερα όμως είμαι αποφασισμένη.

-Καλημέρα σας κύριε Ελευθερίου. Ονομάζομαι Ρένα Παπακωνσταντίνου...
Μ.Ε.-Καλημέρα γλυκιά μου, πόσο χαίρομαι κιας μη σε γνωρίζω.
-Θέλω πολύ να συναντηθούμε και να γράψω κάτι για σας. Σας θαυμάζω τόσο...
Μ.Ε.- Κοριτσάκι μου τι θαυμάζεις, άστα αυτά. Θέλεις να μου πάρεις συνέντευξη πριν πεθάνω.
Μουδιάζει το κορμί μου, παγώνει η φωνή μου...
Η σχέση μου με τον θάνατο ποτέ δεν ήταν καλή και με τρομάζει ακόμη και το άκουσμά του.
-Μα τι λέτε, γιατί λέτε τέτοια πράγματα! Είστε μια χαρά!
Μ.Ε.- Έχω μια επιπλοκή γλυκιά μου με την υγεία μου και την άλλη Τετάρτη θα κάνω μια δύσκολη επέμβαση. Είμαι πάρα πολύ αγχωμένος. Φοβάμαι πάρα πολύ.

-Εύχομαι όλα να πάνε καλά, να είστε δυνατός και να σκέφτεστε θετικά.
Μ.Ε.- Οπότε δυσκολεύομαι να συναντηθούμε γιατί δεν θα είμαι καλός, το μυαλό μου είναι κόμποι, μόνο αυτό σκέφτομαι. Να τελειώσει όλο αυτό και να έρθεις στο σπίτι, στο Ψυχικό να περάσουμε ώρες μαζί, μιας και είσαι φίλη της Μαρίνας.
-Βέβαια, να τελειώσει το θέμα της υγείας σας με το καλό κι έχουμε χρόνο να συναντηθούμε.
Μ.Ε.- Μπορείς όμως να με καλείς όποτε θέλεις και να μιλάμε.
-Πόσο χαρούμενη με κάνετε κύριε Ελευθερίου, το πνεύμα σας με γοητεύει χρόνια τώρα. Η παρουσία σας μοιάζει με ήρωα παραμυθιού στον κόσμο μας.
Μ.Ε.- Ω γλυκιά μου!!! Πόσο τυχερός είμαι να ακούω τέτοια λόγια από μια δροσερή κοπέλα...
Χαμογελάω με το σχόλιο και σκέφτομαι άμεσα πόσο τρυφερή και ντελικάτη ύπαρξη είναι ο αγαπημένος μου.

Γεννήθηκα στη Σύρο, είναι μοναδικό αυτό το νησί.
Σύρος... «ναυτάκι συριανό», λουκούμι τριαντάφυλλο, Ερμούπολη, αρχοντικά, «Γαλισσά και Ντελαγκράτσια» ... πόσα δεν σου έρχονται στον νου ακούγοντας τη νήσο «Σύρος»!!!
Μ.Ε.- Είσαι ποιητική κοριτσάκι μου...
Νομίζω ότι ονειρεύομαι μα συνεχίζω...
12 Μάρτη 1938 ξεπροβάλλει στην Ερμούπολη της Σύρου μια λιλιπούτεια ύπαρξη που έμελλε να στιγματήσει τον χώρο των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών.

Με πατέρα ναυτικό, σε ηλικία 14 χρονών μετακομίζουν οικογενειακώς στο Χαλάνδρι κι εκεί δεν θα αργήσει να γνωριστεί με προσωπικότητες που θα καθορίσουν την πορεία της ζωής του.
-Άγγελος Τερζάκης, στη συνέχεια ακροατής στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου. Κατά τη θητεία του για το στρατιωτικό του στα Ιωάννινα, αρχίζει να γράφει ποιήματα και βιβλία.
«Το τρένο φεύγει στις 8 ταξίδι για την Κατερίνη...»
Υπέροχοι στίχοι, εικόνες κινηματογραφικές... Σίγουρα η φοίτησή του σε σχολή θεάτρου καλλιέργησε ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική του φλέβα και του έδωσε τη δυνατότητα να γράφει όχι απλά ποιήματα αλλά αυτοτελείς κινηματογραφικές ιστορίες.
Δεν υπάρχει τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου που να μην σε γεμίζει εικόνες, σκηνικά, έτσι απλά χωρίς κανένα μέσο, απλά προφέροντας στα χείλη σου τους στίχους του.

«Σε βρήκα πάλι ξαφνικά
να πίνεις ούζο στου Λευτέρη
νύχτα δε θα έρθει σε άλλα μέρη να ´χεις δικά σου μυστικά...»
Το καφενείο του Λευτέρη, αποτελεί ένα μυστήριο, αφού υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά λέγεται ότι δεν το είχε επισκεφτεί ποτέ.
Μ.Ε.- Είσαι πολύ ευαίσθητη γλυκιά μου.
«Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
 σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ’εκείνο το τοπίο της βροχής...
......
Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα
σε βρήκα που ‘ρθες για να μη βραχείς
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις»  

Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι να μου πεις»

Δεν υπάρχει φορά που να πετύχω αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο και
να μην το αφήσω, φορά που ν’ ακούσω τη σπαραχτική φωνή της Βίκυς Μοσχολιού να λέει με πάθος κι έντονο λυρισμό
«εσύ όπου σ ΄όποιο ταξίδι
σε λάθος στάση θα κατέβεις…»
Με πονά αυτός ο στίχος, μου προκαλεί τσούξιμο στα μάτια...
Πόσες στιγμές μου δεν ταυτίζονται με τους δύο αυτούς στίχους.
Δε λιγοψυχώ απλά αναλογίζομαι το παρελθόν και προχωρώ...
Μ.Ε.- Είχα πιει πολύ εκείνο το βράδυ.

Ήταν ξημερώματα και έβρεχε καταρρακτωδώς. Έτρεξα να προφυλαχτώ στο υπόστεγο του Ξενοδοχείου Παλλάδιον στην Πανεπιστημίου & Εμ.Μπενάκη γωνία. Εκεί ήρθε η καταιγίδα ...
Το ποτό χαλαρώνει τους μύες του εγκεφάλου, απελευθερώνει το συναίσθημα, αποκωδικοποιεί τα αδιέξοδα του νου...
Δεν το ´χω βιώσει, μιας και δεν είμαι φίλη του αλκοόλ, πολλές φορές όμως έχω ζηλέψει όσους βλέπω να είναι ευδιάθετοι και χαλαροί στις εξόδους μας.
Εγώ έχω μια σχέση εξάρτησης με την πραγματικότητα λες και δεν θέλω να την χάσω ποτέ...
Η αφήγηση είναι αριστουργηματική, η αμηχανία των χωρισμών φυλακισμένη σε μια θολή στιγμιαία φωτογραφία.
Ο ήχος της βροχής που ρέει επάνω στη μαρκίζα χωρίς να ψιθυρίζει ούτε μια λέξη.

Η Μαρκίζα προφυλάσσει τη γυναίκα από τη βασανιστική και οδηνηρή δύναμη των αναμνήσεων.
Εκείνος που κουβαλά μέσα του την σοφία των κεραυνών αδυνατεί να αγαπήσει.
Εκτίει ισόβια ποινή σ’ έναν κόσμο χωρίς ορίζοντα με μόνη θέα το τοπίο της βροχής.
Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας γράφτηκε εκείνη την υγρή νύχτα κι έχουμε την τύχη να υπάρχει αυτή η ανεπανάληπτη αφήγηση μιας ιστορίας που προκαλεί κεραυνούς ακόμη και στην πιο ατάραχη σκέψη.
Έτσι μελοποιήθηκε το «χρόνια σαν τριαντάφυλλα» αυτοί οι καταπληκτικοί στίχοι που η μουσική του Σταμάτη, τους έκανε να μοιάζουν με κραυγή και η φωνή του ανεπανάληπτου Δημήτρη Μητροπάνου άφησε πίσω ένα ζεϊμπέκικο μερακλίδικο για άλικες ψυχές.

«Σ´ αυτή τη γειτονιά» «Στα χρόνια της υπομονής», «Σου γράφω πρώτη του Δεκέμβρη»...
Μιλήσαμε τρία πρωινά, ήταν τόσο όμορφος ο διάλογος μαζί του, τόσο γλυκός ο λόγος του...
όσο κι αν μας χώριζε η απόσταση της τηλεφωνικής γραμμής ήταν έντονο το αίσθημα της ευγένειας, της αριστοκρατικής φύσης που τον χαρακτήριζε.
Του είπα ότι θα τον καλέσω πριν μπει στο χειρουργείο όπως κι έκανα.
Του ευχήθηκα εγκάρδια να είναι ήρεμος και με δύναμη και θα το ξεπεράσει.
«Να έχετε εμπιστοσύνη στους γιατρούς».
Μ.Ε.- Οι γιατροί είναι εξαιρετικοί
Το απρόοπτο φοβάμαι.

-Μόλις γίνετε καλά θα έρθω να φάμε παρέα.
Σας αγαπώ πάρα πολύ και νιώθω πολύ τυχερή που κατάφερα να μιλήσω μαζί σας έστω και τηλεφωνικά.
Μ.Ε.- Τι είναι αυτά που λες τώρα!
Εγώ χάρηκα πολύ που ένας νέος άνθρωπος μιλάει έτσι για εμένα.
22/07/18 ...ξυπνάω και μια φίλη που ήξερε ότι μιλούσα μαζί του τις τελευταίες εβδομάδες με έχει καλέσει πολλές φορές. Ανησυχώ προς στιγμήν ότι κάτι της συνέβηκε και αμέσως την παίρνω πίσω.
«Πρόλαβες, του πήρες συνέντευξη;»
Ακούγεται η ανάστατη φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής... Ούτε καλημέρα δεν μου είπε. Αμέσως πήγε ο νους μου στο κακό. Αμέσως κατάλαβα.
«Μη μου πεις ότι έφυγε;»
-Ναι τώρα το διάβασα στο διαδίκτυο.

Πάγωσε το αίμα μου, ήχοι στη διαπασών ακούγονταν εντός μου...
«Ο Χάρος βγήκε παγανιά» το βράδυ και πήρε τη λατρεμένη ψυχή «Στων αγγέλων τα μπουζούκια» να συναντήσει τους «Ελεύθερους κι ωραίους» «Σ´ αυτήν τη γειτονιά» να πουν για «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα» από «Τα χρόνια της υπομονής» και να μείνει «Διαθήκη» για όλους εμάς, να έχουμε για πάντα «Παραπονεμένα λόγια» και να προφυλάσσουμε το είναι μας «Κατω απ’ τη Μαρκίζα» ψάχνοντας τον «Άμλετ της Σελήνης»!
Ποτέ δεν συμβιβάστηκα με την ιδέα του θανάτου. Με φοβίζει το σκοτάδι, όχι αυτός, το σφράγισμα των ματιών και το πάγωμα των σπλάχνων.

Σκέφτομαι ασυναίσθητα τη μεγαλύτερη απώλεια που βίωσα ως τώρα και συνειδητοποιώ ότι δεν άφησε σκοτάδι, μα φως, τρανταχτό γέλιο και σφιχτές αγκαλιές!
Κύριε Μάνο Ελευθερίου, οι καφενέδες στη Σύρο σερβίρουν από το πρωί «καφέδες αχνιστούς» χωρίς λουκούμι τριαντάφυλλο...
Ο γλυκός Μάνος «έφυγε» κι άφησε πίσω του πικρά κι άλλοτε πικρόγλυκα λόγια...
Μαλαματένια, ματωμένα...
Εντελώς προσωπικά... που ο καθένας ανάλογα με τον «ανήφορό» του και τα «γδαρσίματα»της ψυχής του σ’αυτή τη ζήση τα μεταφράζει όπως θέλει.
Μπορεί να τους αλλάζει ακόμη και το νόημα.

Σαν τις κουβέντες του καφενέ που ο καθένας τις μπλέκει και πλάθει τη δική του ιστορία.
Ο Ελευθερίου δεν σκιαγραφεί, δεν περιγράφει, ούτε αναλύει, χαράζει με την πένα του τομές, αφήνοντας σημάδια ανεξίτηλα, αμανάτια του βίου, των εποχών παρακαταθήκες.
Το χτες γίνεται σήμερα, το άσπρο μοιάζει μαύρο...
Μια μετάφραση που περνάει από «μαστιγωτές και συμπληγάδες» και που τελικά δε βρίσκει σχεδόν ποτέ προορισμό... όμως κοντράρει στην καρδιά.
Χρήστος Λεοντής, Δήμος Μούτσης οι πρώτες συνεργασίες του.

Πέρα από τα 400 τραγούδια του, υπήρξε αρθρογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, εξ ου και η γνωριμία με τη φίλη μου Μαρίνα Λαχανά. Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Ξαρχάκος, Νικολόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος και πόσοι άλλοι μελοποίησαν τους στίχους του.Ως συγγραφέας άφησε πίσω του το 2004 το βιβλίο «Καιρός των χρυσανθέμων» που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005. Βραβεύτηκε απο την Ακαδημία Αθηνών, για τη συνολική προσφορά του το 2013.
«Άλλος για Χίο τράβηξε» κύριε Ελευθερίου...

«Είναι αρρώστια τα τραγούδια τι θαρρείς
 βρες αγάπες άλλες φως μου να χαρείς
τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά
ειν’ αρρώστια που δεν γίνεται καλά...»
Έζησε χρόνια στερημένα σε φτωχογειτονιές.Βιώματα που άντρωσαν την ψυχή του και άφησαν αποστάγματα σοφίας, γλυκιάς και πελαγίσιας απλότητας.
Είδε τους γείτονες να ζητούν ένα κρεμμύδι, λίγη ζάχαρη, λίγο ψωμί...
Πήγε ξυπόλητος σχολείο κι ένιωσε τους παλμούς της ελληνικής γης που τόσο αγάπησε.
Γδάρθηκε το πετσί του κι άφησε το βελούδο της σάρκας να βαδίζει στα σοκάκια που μεγάλωσε σαν αερικό και να...
«Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος
Γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς»

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
Έσβησες μ´ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις ...»
Ο ιδρώτας λούζει το πρόσωπό μου, αφού επέλεξα να γράψω κάτω από τον καυτό ήλιο της Ρόδου αγναντεύοντας την θάλασσα..., έτσι για να νιώθω πιο έντονα το φως που άφησε πίσω η ύπαρξή του κι ας χάθηκε σαν σκόνη στους αιθέρες.
Όσο κι αν η απώλεια πονά, όσο κι αν τα  λόγια είναι πάντα «παραπονεμένα»
Θα προσπαθήσω αγαπημένε μου ποιητή  να μη χτυπώ πόρτες....
«Σ´ ένα σπίτι κλειστό
Που κανείς δεν με ακούει.
Τώρα μιαν αγάπη ζητώ
 και για αυτήν ξενυχτώ
κι επιμένω ακόμη.
Δρόμοι δεν υπάρχουν
φορές που γυρίζουν ξανά
για τις ίδιες χαρές .

Ποτέ μη χτυπάς μια πόρτα κλειστή,
μια πόρτα για σένα χαμένη.
Ο δρόμος αυτός κι αν είναι στενός
Δεν είναι για σένα στερνός»...
«Γλυκιά μου, καλή μου, κοριτσάκι μου…» πόσοι κύριοι σαν κι εσένα μπορούν να ξανάρθουν στη ζωή μου κύριε Ελευθερίου...
Έζησες με ένταση και πάθος, έκανες φίλους διαλεκτούς, ήπιες ουζάκια με τους νέους, μέθυσες απ´ τις βροχές και τα γινάτια, πάντα ντυμένος στην πένα, πάντα έτοιμος να πεις «περάστε» σε μια γυναίκα και να της ανοίξεις όλες τις πόρτες να διαβεί...Τι κι αν τα μάτια σφάλισσαν αγαπημένε μου, τι κι αν οι χτύποι της καρδιάς σταμάτησαν, χαϊδεύει ο αγέρας το μπράτσο μου και κάτι σαν σκόνη μπαίνει στα μάτια μου...

Θολώνει το βλέμμα και το ηλιοκαμμένο πρόσωπο θαρρείς και παραλογίζεται...
Μια λιγνή μορφή με στρογγυλά γυαλάκια, καλοσιδερωμένο πουκάμισο και τσάκιση στο παντελόνι, με πλησιάζει και κάτι σαν να ψιθυρίζει...
«Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και την χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη την γενιά»...

Κανείς κύριε Ελευθερίου.
Έγινε ο κόσμος μας πια φτωχός.
Φεύγουνε όλοι οι μεγάλοι
σκληρός ο κόμπος στον λαιμό
όπου  κι αν πας εσύ
Θα έρθεις πάλι ένα πρωί
«γλυκιά μου» να μου πεις
«εσύ όπου κι αν πας σε ένα ταξίδι σ’ όποιο ταξίδι
 σε λάθος στάση θα κατεβείς»

Στη Μαρίνα που ξέρω
πως πονά, στον ποιητή
που μάγεψε το είναι μου
λίγο πριν φύγει και χαθεί…

Από τη δημοτική βιβλιοθήκη «Ναρκίσσειος» στην Αστυπάλαια
Από τη δημοτική βιβλιοθήκη «Ναρκίσσειος» στην Αστυπάλαια