Χωρίς συναισθηματική σταθερότητα...

Έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, ακραίες αντιδράσεις, τάσεις προς την υπερβολή, υπέρμετρη ευθιξία, χαμηλή αυτοπεποίθηση, ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση, χαμηλή ανοχή στις ματαιώσεις είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά των ανθρώπων που δεν έχουν συναισθηματική σταθερότητα. Πρόκειται για μια διαδρομή που ξεκινάει από την παιδική ηλικία, εντείνεται στην εφηβεία και από εκεί και έπειτα ακολουθούν τόσο υφέσεις όσο και εξάρσεις.

Η συναισθηματική σταθερότητα συνδέεται άμεσα με τη συναισθηματική νοημοσύνη του καθενός μας. Πόσο αναγνωρίζουμε και κατονομάζουμε σωστά τα συναισθήματά μας (και των άλλων), πώς τα διαχειριζόμαστε και πόσο τα αφήνουμε να μας επηρεάζουν και να μας καταβάλλουν. Όταν το άτομο είναι συναισθηματικά ασταθές γίνεται πιο ευάλωτο, πιο επιρρεπές, πιο «δύσκολο» στις σχέσεις του.
Συχνά παίρνει οτιδήποτε ειπώνεται και γίνεται προσωπικά και της μετρητής, υπερμεγενθύνει τα πράγματα και όταν κάτι δεν εξελίσσεται όπως θα ήθελε ή θα περίμενε αντιδρά με τραγικότητα, θυμό, ίσως και πανικό.

Αυτό συμβαίνει, συνηθώς, επειδή δεν υπάρχει μια σταθερή, θετική αυτοαξιολόγηση στα ίδια τα άτομα. Αναζητούν την αυτοαξία τους μέσα από εξωτερικούς παράγοντες, μέσα κυρίως από τους άλλους ή τα επιτεύγματά τους. Απογοητεύονται εύκολα και χαλάνε τη διάθεσή τους όταν αισθάνονται πιεσμένοι, όταν δεν έρχεται το αναμενόμενο αποτέλεσμα ή όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή απρόοπτα.
Η έλλειψη ελέγχου τους οδηγεί σε ακόμα πιο ακραίες αντιδράσεις.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνυπάρχεις με συναισθηματικά ασταθείς ανθρώπους γιατί παρεξηγούνται και εκρήγνυνται με την οποιαδήποτε αφορμή.

Δεν ξέρεις πώς να τους βοηθήσεις και πώς να τους διαχειριστείς. Αισθάνεσαι κατηγορούμενος ή υπεύθυνος όταν αντιδρούν έντονα συναισθηματικά και δεν ακούν το τι τους λες. Βιώνουν το δικό τους εσωτερικό «δράμα» εκείνη τη στιγμή και είναι βυθισμένοι στο μονόλογό τους. Δεν είναι εφικτή τότε η αλληλεπίδραση με την ουσιαστική (αμοιβαία) της έννοια.
Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς –μόνο όταν ηρεμήσουν- είναι να τους αντικαθρεφτίσει την υπερβολή τους και την ακραία συναισθηματική μεταβολή τους, χωρίς απαραίτητα να συμφωνήσουν με αυτό.

Για να βοηθήσει κανείς τον εαυτό του θα πρέπει καταρχήν να αναγνωρίσει την ευμεταβλητότητά του ως προς τη διάθεση και την συμπεριφορά του και να αναρωτηθεί γιατί να συμβαίνουν απότομα και τακτικά τόσες μεταπτώσεις. Να θέλει, μετά, να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια αυτή της ανασφάλειας, να τα αποδεχτεί και να βρει τρόπους και δεξιότητες που θα τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει με ισορροπία και καλύτερη αυτοδιαχείριση  τις ακρότητες και τις διακυμάνσεις του.
Όλα ξεκινούν από τα συμπλέγματα, τις ανασφάλειες, τους φόβους και τα άγχη που κουβαλάμε. Τα οποία με κάποιον τρόπο οδήγησαν σε μια μέτρια προς χαμηλή αυτοεκτίμηση που βάλλεται με το παραμικρό.

Η αίσθηση της αυτοαξίας αυξομειώνεται ανάλογα με τα εξωτερικά ερεθίσματα κάθε φορά. Κι αυτό σε εξαντλεί, σε καταρρακώνει γιατί δεν υπάρχει ένα σταθερό, «εσωτερικό» συναισθηματικό κέντρο που να σε ενδυναμώνει και να σε προστατεύει! Είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια αέναη, συγκρουσιακή πάλη εντός σου όπου κάποιες φορές νιώθεις ότι αποδέχεσαι τον εαυτό σου, ενώ κάποιες άλλες τίποτα δεν σου είναι αρκετό, τίποτα δεν σε ικανοποιεί σε σχέση με αυτό που είσαι και με αυτό που κάνεις. Νιώθεις ότι όλα είναι ρευστά, ότι όλα ενέχουν κινδύνους και ανατροπές...

Τα διάφορα συναισθήματα γενικά, καθώς και η έκφρασή τους είναι σίγουρα θεμιτά ζητούμενα για κάθε άνθρωπο.  Ωστόσο, όταν εντοπίζονται ακρότητες, υπερβολές, προβολές, συμπεριφορές δυσανάλογες της περίστασης, εκρήξεις που δεν δικαιολογούνται, απότομες εναλλαγές της διάθεσης που δεν συνάδουν με το «έξω», τότε ο καθένας μας οφείλει να διερευνήσει το κατά πόσο υπάρχει σταθερότητα ή μη στη συναισθηματική του πραγματικότητα! Χωρίς αναγνώριση και παραδοχή, δεν θα επέλθει καμία αλλαγή.
Ο άνθρωπος θα εξακολουθεί να είναι έρμαιο των μεροληπτικών του ερμηνειών και οι συναισθηματικές του αντιδράσεις δεν θα έχουν ούτε συνοχή, ούτε συνέχεια...απωθώντας όσους θα ήθελαν να τους πλησιάσουν...