Λεξιστορείν: Aγάλι-αγάλι!

Το επίρρημα αγάλι σημαίνει αργά, σιγά - σιγά, βαθμιαία.

Είναι γνωστό  από  τη  φράση  «αγάλι - αγάλι  γίνεται  η  αγουρίδα  μέλι»  δηλαδή  χρειάζεται  κόπος  και  χρόνος για να κατορθώσει κανείς  κάτι.

Ετυμολογικά  προέρχεται  από τον τύπο  αγαληνά  με ρίζα το  αρχαίο επίθετο γαληνός που σημαίνει  ο  σιγανός, ο γαλήνιος, ο  ήσυχος.