Λεξιστορείν: Ο πωρωμένος!

Πωρωμένο χαρακτηρίζουμε σήμερα τον πολύ φανατισμένο άνθρωπο, τον ηθικά αναίσθητο, τον ασυνείδητο.

Η λέξη προέρχεται από το ρήμα πωρώνομαι  και το ουσιαστικό πώρος (ή πωρόλιθος), το ασβεστολιθικό πέτρωμα που ως κύριο χαρακτηριστικό έχει τη σκληρότητα.

Πώρος παλιότερα ονομαζόταν από τους οδοντιάτρους κι η πέτρα των δοντιών.

Η σκληρότητα λοιπόν του πώρου μεταφορικά πέρασε και στον πωρωμένο αφού κύριο χαρακτηριστικό είναι η  σκληρότητα στη συμπεριφορά και η συνειδησιακή του «απολίθωση».