Λεξιστορείν: Τον σκεύρωσαν τα γηρατειά!

Το ρήμα σκευρώνω  χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα ξύλα που έχουν παραμορφωθεί  από την υγρασία και  τον χρόνο αλλά και για ανθρώπους  που καμπουριάζουν  ή έχουν μειωμένη κινητικότητα λόγω αρρώστιας, ηλικίας ή καθιστικής ζωής.

Προέρχεται από το ουσιαστικό σκευρίον που ήταν  το ξύλινο κιβώτιο, η κασέλα που ήταν αλλοιωμένη και παραμορφωμένη από την  πολυκαιρία και την υγρασία.