Λεξιστορείν: Το μπουμπούκι!

Η λέξη μπουμπούκι δηλώνει το  άνθος που βρίσκεται ακόμη κλειστό ή μισοανοιχτό μέσα στον κάλυκα αλλά και ως  χαϊδευτική προσφώνηση (π.χ. μπουμπούκι μου).

Παράγεται από τη αρχαία λέξη βομβύκιον που ήταν υποκοριστικό της λέξης βόμβυξ (ο μεταξοσκώληκας), καθώς το άνθος που δεν έχει ακόμη ανοίξει  μοιάζει σαν το κλειστό  κουκούλι του μεταξοσκώληκα.