Πρόσφυγες Δωδεκανήσιοι στη Μέση Ανατολή κατά  την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου

Γράφει ο Κυριάκος Μ. Χονδρός  

Λίγο πριν ή αμέσως μετά την επίθεση των Γερμανών, το Σεπτέμβριο του 1943, οι Συμμαχικές δυνάμεις επιχείρησαν να αναλάβουν τον έλεγχο των νησιών της Δωδεκανήσου.

Τα Ναζιστικά στρατεύματα σε αγαστή συνεργασία με τις φασιστικές ιταλικές δυνάμεις, προχωρούν στο κοινό τους στόχο. 

Όχι μόνο οι Δωδεκανήσιοι, αλλά και όλος ο κόσμος αισθανόντουσαν τον τρόμο καθώς βίωναν τη πείνα, τις εκτελέσεις και γενικά τις κτηνωδίες των Ναζί σε όλη την Ελλάδα.

Η φυγή από τα νησιά, κυρίως γυναικών και παιδιών,  ήταν η μόνη ίσως λύση, τουλάχιστον να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς.

Μέσα του Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη, άρχισε η μετακίνηση των πληθυσμών.   

Άνθρωποι με ζωγραφισμένο τον τρόμο στα πρόσωπά τους, και έχοντας πάρει μόνο τα προσωπικά τους πράγματα, επιβιβάστηκαν όπως - όπως σε καΐκια και βάρκες και αποβιβάστηκαν, πρώτα σε βραχονησίδες και μετά  στα παράλια της Μικράς Ασίας, στον πρώτο τους σταθμό.

Μόνο από τις Κάλυμνο υπολογίζεται πως ο αριθμός πρέπει να ήταν 3.500, από κάθε ηλικία.

Για τους Καστελλοριζιούς ο επόμενος σταθμός ήταν ο Αντίφελλος και για τους Καλύμνιους η Αλικαρνασσός.  
Οι Καστελλοριζιοί, θα παρακολουθήσουν από τα παράλια, να καίγεται το νησί τους.

Στη Τουρκία η συμπεριφορά των απλών ανθρώπων ήταν αρκετά φιλική και ανθρώπινη, σε αντίθεση με τους χωροφύλακες και αξιωματούχους που τους έβλεπαν με κακό μάτι.

Μετά από δεκαπέντε περίπου μέρες  τους μετέφεραν στην Κύπρο, στη πόλη Αμμόχωστο. Στο νησί αυτό ορισμένοι θα παραμείνουν, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός θα αναχωρήσει για τη Παλαιστίνη.

Όσο παρέμειναν στην Κύπρο, οι Δωδεκανήσιοι παρακολούθησαν μαθήματα σε καταυλισμό, από δασκάλους.

Με πλοίο μετακινούνται στη Μέση Ανατολή, όπου και θα είναι ο τελευταίος προορισμός, στη διάρκεια του πολέμου. Φτάνουν στη Παλαιστίνη και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο προσφύγων Νουζεϊράτ (ή Νουσεϊράτ).  Πρόκειται για παλαιστινιακό στρατόπεδο, που βρίσκεται στα Β.Α. του Deir al-Balah, στη Λωρίδα της Γάζας.

Οι Δωδεκανήσιοι πρόσφυγες, θα βρουν και εδώ φιλοξενία και κυρίως ασφαλές καταφύγιο από τους συνεχείς βομβαρδισμούς.

Θα συναντήσουν και άλλους Έλληνες από διάφορα νησιά του Αιγαίου.

Στο χώρο αυτό, διαπίστωσαν πως υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων. Γεγονός που οι Βρετανοί, οι οποίοι είχαν τον έλεγχο, δεν επέτρεπαν τις μεταξύ τους συναντήσεις και σχέσεις.

Το Στρατόπεδο ήταν περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Επίσης οι Βρετανοί ήταν υπεύθυνοι των ιατρείων.

Κάθε οικογένεια είχε το δικό της αντίσκηνο.  Ήταν αρκετά μεγάλο και χωριζόντουσαν αυτά σε τομείς και με αριθμούς. Πολλές οικογένειες διέμεναν και με άλλες μαζί. Ελάχιστες μητέρες με παιδιά φιλοξενήθηκαν σε στεγασμένο χώρο.

Οι μαθητές παρακολουθούσαν μαθήματα σε «σχολεία» από επαγγελματίες εκπαιδευτικούς, ενώ γινόταν διανομή πρωινού συσσιτίου.

Το μαγειρείο ανέλαβαν οι Έλληνες. Επίσης υπήρχε αίθουσα προβολής κινηματογραφικών ταινιών.
Εάν ήθελαν για κάποιους συγκεκριμένους λόγους οι πρόσφευγες να βγουν από το προσφυγικό καταυλισμό, έπρεπε να ζητήσουν έγγραφοι άδεια.

Στο συσσίτιο δεν υπήρχε ψωμί, αλλά φρυγανιά.

Οι «παλιοί» πρόσφυγες υποδέχθηκαν και άλλα κύματα προσφύγων (όπως γινόταν στον στρατό), από την νησιωτική Ελλάδα, αλλά και Αθηναίοι ακόμα. Πέρασαν και αυτοί από καραντίνα, όπως και οι πρώτοι, και από εξέταση υγειονομικής επιτροπής.

Όταν θα επιστρέψουν τόσο οι Καλύμνιοι, όσο και οι Καστελλοριζιοί δεν θα αναγνωρίσουν τον τόπο τους. Θα αντιμετωπίσουν βομβαρδισμένα τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους και θα βιώσουν τη πείνα. Τα νησιά τους καταστράφηκαν από τα βομβαρδιστικά γερμανικά αεροπλάνα και από τις ηθελημένες φωτιές των βρετανών.
Οι πρόσφυγες ακόμα και σήμερα, όσοι ζούνε, περιγράφουν τα όσα έζησαν στη Παλαιστίνη και κρατούν τις εικόνες στο κέντρο της καρδιάς τους.

Ο επαναπατρισμός έγινε ακτοπλοϊκώς και οι δύο πρώτες καραβιές είχαν την εμπειρία να βρουν ένα νησί πολύ διαφορετικό από αυτό που άφησαν, αφού είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Κάποιες βοήθειες από συμπατριώτες τους που από χρόνια είχαν μεταναστεύσει, ήταν τα πρώτα βήματα για να σταθούν ξανά στα πόδια τους όσοι επέστρεψαν.

Στην τρίτη καραβιά εξελίχθηκε η τραγωδία, καθώς στο καράβι που επέβαιναν οι Καστελλοριζιοί, ξέσπασε πυρκαγιά και μάλιστα σε συνθήκες θαλασσοταραχής.

Ήταν το «Empire Patrol» και είχε αποπλεύσει από το Πορτ Σάιτ. Άλλοι έπεσαν στη θάλασσα για να μην καούν ζωντανοί, άλλους τους χτυπούσε το κύμα στις πυρωμένες λαμαρίνες, άλλοι περίμεναν πάνω στο φλεγόμενο πλοίο, μέχρι να πλησιάσει ένα εγγλέζικο αεροπλανοφόρο το H.M.S. Trouncer και να ξεκινήσει η επιχείρηση διάσωσης.

Δεν τα κατάφεραν όλοι, αφού 33 πρόσφυγες δεν μπόρεσαν να ζήσουν τη χαρά της επιστροφής στα πάτρια εδάφη.

Πηγές:
1. Αρχείο Ηνωμένων Εθνών – προσφυγόπουλα από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή.

2. Δέσποινα Αθανασοπούλου, «Οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν το 1941-1944 στην Κύπρο και η τύχη τους», Επιστημονική Επετηρίς της Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών, τόμος Ζ, Λευκωσία 2005.

3. Ανώνυμος, «Οι Έλληνες πρόσφυγες στο νησί μας», περ. Κυπριακή Επιθεώρησις, τεύχ. 33 (Ιανουάριος 1945).

4. Περικλής Αλ. Αργυρόπουλος, Απομνημονεύματα, τόμ. Β, Αθήνα 1971.

5. Λευτέρης Γιαννίδης, «Η τραγωδία των Ελλήνων προσφύγων», περ. Κυπριακή Επιθεώρησις, τεύχ. 5 (Σεπτέμβριος 1942).