Κοινωνική φοβία (social phobia): Μια από τις πιο συνηθισμένες ψυχικές διαταραχές

Γράφει η Μίκα Αρρώνη,
εκπαιδευτικός, Μsc Ειδική Εκπαίδευση, University of Nicosia. Απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας- Παιδαγωγικής- Ψυχολογίας, της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
arronimika@hotmail.com

Η κοινωνική φοβία αποτελεί μια εκδήλωση άγχους. Τα ακραία συναισθήματα συσχέτισης και αυτοσυνειδησίας χτίζουν έναν ισχυρό φόβο. Ως αποτέλεσμα, το παιδί να αισθάνεται άβολα συμμετέχοντας σε καθημερινές κοινωνικές καταστάσεις.

Τα παιδιά με κοινωνική φοβία μπορούν συνήθως να αλληλεπιδρούν εύκολα με την οικογένεια και με λίγους στενούς φίλους. Όμως, η συνάντηση με νέους ανθρώπους, η ομιλία σε μια ομάδα ή η δημόσια ομιλία μπορεί να προκαλέσει την ακραία συστολή τους.

Με την κοινωνική φοβία εμφανίζονται οι φόβοι της αμηχανίας και επηρεάζεται ο τρόπος ζωής των παιδιών. Αντί να απολαμβάνουν κοινωνικές δραστηριότητες, τα παιδιά με κοινωνική φοβία συχνά τις αποφεύγουν.

 Όπως και άλλες φοβίες, η κοινωνική φοβία είναι μια αντίδραση φόβου σε κάτι που δεν είναι πραγματικά επικίνδυνο - αν και το σώμα και ο νους αντιδρούν σαν να είναι πραγματικός ο κίνδυνος.

Αυτό σημαίνει ότι κάποιος αισθάνεται σωματικές αισθήσεις φόβου, όπως ταχύτερο κτύπο της καρδιάς και αναπνοή. Αυτά είναι μέρος της αντίδρασης του οργανισμού, που προσπαθεί να ξεφύγει. Αδρεναλίνη και άλλες χημικές ουσίες προετοιμάζουν το σώμα για να πολεμήσει ή να αποδράσει γρήγορα. Καθώς το σώμα δοκιμάζει αυτές τις σωματικές αισθήσεις, το μυαλό περνά μέσα από συναισθήματα όπως αίσθημα φοβίας ή νευρικότητα.

Οι άνθρωποι με κοινωνική φοβία τείνουν να ερμηνεύουν αυτές τις αισθήσεις και τα συναισθήματα με τρόπο που τους οδηγεί να αποφύγουν την κατάσταση που τους δημιουργεί αυτό το φόβο. Με την κοινωνική φοβία το άτομο αρχίζει να εστιάζει στα δυσάρεστα πράγματα που μπορεί να του συμβούν, αντί για τα θετικά συμβάντα.

Τα συμπτώματα της κοινωνικής φοβίας στα παιδιά συχνά περιλαμβάνουν κλάμα, «πάγωμα», προσκόλληση σε γονείς ή άλλους γνωστούς ανθρώπους από το οικογενειακό περιβάλλον και παρεμπόδιση των αλληλεπιδράσεων στο σημείο της άρνησης να μιλούν και να συναναστρέφονται άλλα άτομα (mutism).

 Παρόλα αυτά αξίζει να αναφερθεί πως η διαταραχή κοινωνικής φοβίας είναι μερικές φορές μια σιωπηλή διαταραχή επειδή μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά για χρόνια πριν διαγνωστεί. Η ακραία τους δυσφορία στις κοινωνικές καταστάσεις μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πολλές οικογένειες αδυνατούν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα έως ότου το παιδί τους έχει ήδη αποσυρθεί από δραστηριότητες και συνομηλίκους.

Σε αυτό το σημείο, το παιδί μπορεί να έχει απομονωθεί και να έχει πτωτική πορεία στις σχολικές του υποχρεώσεις. Μερικές φορές η κοινωνική φοβία δε γίνεται αντιληπτή επειδή οι γονείς την συγχέουν με τη συστολή. Ένα ντροπαλό παιδί μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση, αλλά τελικά θα το καταφέρει. Το παιδί με κοινωνική φοβία θα αναστατωθεί όταν θα πρέπει να αλληλεπιδράσει με ανθρώπους. Είναι μια τρομακτική κατάσταση που θα προτιμούσε να αποφύγει εντελώς.
 

Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη διδασκαλία κατάλληλων κοινωνικών δεξιοτήτων σε παιδιά που δεν έχουν γνώση κοινωνικών καταστάσεων και κατάλληλων κοινωνικών συμπεριφορών. Τα παιδιά διδάσκονται επίσης να εντοπίζουν και να αλλάζουν ανήσυχες σκέψεις που συμβάλλουν στην αύξηση των συναισθημάτων άγχους σε κοινωνικές καταστάσεις. Με θετικές, ορθολογικές σκέψεις, τα παιδιά είναι συνήθως σε θέση να εισέλθουν πιο εύκολα στις κοινωνικές καταστάσεις.

Οι τεχνικές γνωσιακής θεραπείας βοηθούν τα παιδιά να περιορίσουν τις στρεβλώσεις στη σκέψη τους. Καθοδηγούνται, επίσης, στην ανάπτυξη μιας λίστας καταστάσεων που τους προκαλούν, όπως η συμμετοχή σε ένα πάρτι, η ομιλία στο τηλέφωνο ή η συζήτηση με έναν φίλο.

Οι θεραπευτές χρησιμοποιούν επίσης τεχνικές μοντελοποίησης, όπου κατάλληλες δεξιότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης καταδεικνύονται για πρώτη φορά από τον θεραπευτή και στη συνέχεια ασκούνται με το παιδί. Πρόσφατη έρευνα υποστήριξε τη συμπερίληψη των γονέων σε ορισμένες συνεδρίες θεραπείας, έτσι ώστε να μπορούν να εκπαιδευτούν σχετικά με τη φύση του άγχους και την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας.

Δίνονται επίσης οδηγίες σχετικά με το ρόλο τους ως «προπονητές», που διευκολύνουν την εφαρμογή των νέων δεξιοτήτων μεταξύ παιδιών ή εφήβων μεταξύ των συνόδων. Η ομαδική θεραπεία χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας, καθώς παρέχει ευκαιρίες για αλληλεπίδραση με τους συνομηλίκους.