Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτικές για τη Διοίκηση;

Του
Hλία Κ. Κυπραίου
πολιτευτή Δωδεκανήσου

 

Τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν και εντείνονται τα παράπονα και οι διαμαρτυρίες σχετικά με την απροθυμία ή και την άρνηση των δημόσιων υπηρεσιών να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούν φλέγοντα και επείγοντα προβλήματα, όπως είναι οι προσφυγές των αντιτιθέμενων πολιτών στη δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας, με συνέπεια την τροχοπέδη στην εκτέλεσή τους, ο σφαγιασμός των συνταξιούχων με την περικοπή και την άρνηση της καταβολής  των οφειλόμενων αναδρομικών συντάξεων και επιδομάτων τους, καθώς και η προκλητική ανισότητα μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων, παρά την καθυστερημένη έλευση και ισχύ στην Ελλάδα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).

Το Συμβούλιο της Επικρατείας ιδρύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1929, ο οποίος για να προσδώσει έμφαση στην ανεξαρτησία και το κύρος του νεοσύστατου του Θεσμού, επέλεξε ως πρώτο πρόεδρό του τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, έναν μη φιλικά διακείμενο προς το κόμμα του διαπρεπή και υψηλού επιπέδου νομικό.

Η επιλογή αυτή δικαίωσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, διότι εμπέδωσε την εμπιστοσύνη του λαού στην αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία του Θεσμού, δεδομένου ότι, από τη πρώτη στιγμή της λειτουργίας του,   εκινήθη αποτελεσματικά για την εκκαθάριση πληθώρας διοικητικών εκκρεμοτήτων, με πολλαπλά οφέλη τόσο για την κυβερνητική λειτουργία, όσο και για το κοινωνικό σύνολο.  

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι ατέρμονες γραφειοκρατικές διατυπώσεις εις βάρος των πολιτών και οι διαφορές τους με το κράτος, είχαν επιλυθεί με υποδειγματικό τρόπο.

Οι παλαιότεροι νομικοί θα πρέπει να θυμούνται ότι για πρώτη φορά διατυπώθηκε η άποψη, από κυβερνητικά χείλη, ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι υποχρεωτικές για τη Διοίκηση, εξαιτίας της συσσώρευσης αστρονομικών ποσών σε ένα ασφαλιστικό ταμείο, το οποίο, βάσει του καταστατικού του, ήτο υποχρεωμένο να τα καταβάλει αποκλειστικά και μόνο στους ασφαλισμένους του, σε παροχές και συντάξεις.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τότε οικονομικά δεδομένα του συγκεκριμένου ταμείου, αρκούσε ασφαλιστικός χρόνος για τη συνταξιοδότηση μόνο δέκα (10) ετών, η δε μηνιαία σύνταξη θα αντιπροσώπευε ένα τεράστιο και ασύλληπτο για τον κοινό νου ποσό.

Με την επελθούσα ενοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος και την αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των αποθεματικών τους, η μέχρι πρότινος κρατούσα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στα ασφαλιστικά ταμεία έχει άρδην μεταβληθεί, οι δε προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας αφορούν κυρίως προφανείς αδικίες και παραλείψεις της Διοίκησης.  

Προς αποφυγή των συχνά διατυπωνόμενων αντίθετων και αντιφατικών απόψεων, είναι αναγκαίο στη μελετώμενη και επικείμενη τροποίηση των μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος, να αποσαφηνιστεί ρητά και κατηγορηματικά ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτικές για τη Διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης και της τρόϊκας ή επί το ευγενικότερο των λεγόμενων «θεσμών».