Όταν ο Ντε Βέκι υποχρέωσε τις Ροδίτισσες  να του παραδώσουν τους τεντζερέδες

Στις αρχές του 2013 στη Ρόδο ήρθαν για μια άκρως ιδιωτική επίσκεψη, τα εγγόνια του Ντε Βέκι, του Ιταλού πολιτικού και στρατιωτικού διοικητή των νησιών της Δωδεκανήσου που διορίστηκε από τον  Μουσολίνι το 1936 για να αντικαταστήσει τον Μάριο Λάγκο, ο οποίος κρίθηκε ανεπαρκής.

Τα εγγόνια του Ντε Βέκι παρά το ιδιωτικό της επίσκεψής τους  (στη Βίλα στον προφήτη Ηλία και αλλού), επισκέφτηκαν στο δημαρχείο τον τότε δήμαρχο Στάθη Κουσουρνά και ήταν συγκρατημένοι στη στάση και στις εκφράσεις τους. Και πώς θα μπορούσαν να είναι αλλιώς!

Ο κόμης Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι, ανέλαβε την εξουσία σαν χθες 21 Νοεμβρίου, απολαμβάνοντας αυξημένες αρμοδιότητες, άσκησηε σκληρή πολιτική και επιδίωξε τον γοργό εξιταλισμό των νησιωτών κλείνοντας τα ελληνικά σχολεία και επιβάλλοντας την εκμάθηση της Ιταλικής.

Μέχρι το 1940 που ανακλήθηκε στην Ιταλία και διορίστηκε μέλος του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου τασσόμενος ωστόσο το 1943 υπέρ της αποπομπής του Μουσολίνι, η Ρόδος υπέστη πολλά από τη σκληρή διακυβέρνησή του.

Ο κοντόσωμος Ιταλός διοικητής απεβίωσε το 1959 στη Ρώμη και το χαμπάρι ήρθε αμέσως στα νησιά. Η γλαφυρή γραφίδα του αείμνηστου Αντώνη Βρατσάλη, στο σπάνιο βιβλίο του «Τα Νιοχωρίτικα»,  αποτελεί σπουδαία παρακαταθήκη, κι είμαστε τυχεροί που έχουμε τη δυνατότητα να ενημερωθούμε για τα έργα και τις ημέρες του σκληρού διοικητή, τόσο έγκυρα.

Όταν ήρτε στη Ρόδο ο Ντε Βέκι, το Δεκέμβρη του 1936, κι είδε τα ωραία οικοδομήματα του Μάριο Λάγκο, (τον οποίο αντικατέστησε), κι άκουσε τους ντόπιους να μιλούν ακόμα ελληνικά, από το κακό του τον έπιασε «πράμα» όπως  λέει ο λαός και βάλτηκε ν΄ αλλάξει την όψη της πόλης και τη γλώσσα του κόσμου. Κι όταν στην πρώτη τους συνάντηση πήγαν να τον δουν τα μέλη του Κοινοτικού Ορθόδοξου Συμβουλίου, πήρε ύφος Ρωμαίου αυτοκράτορα και να τι τους είπε:

«Από σας κύριοι θέλω πειθαρχία. Πειθαρχία παντού, κι από όλους. Και καμιά επαφή με τους ξένους. Αν παρατηρήσω απείθεια, αν είναι ένας θα τον  περιφρονήσω. Αν είναι δύο θα τους βάλω φυλακή. Αν είναι περισσότεροι θα τους τουφεκίσω. Πηγαίνετε».

Και επειδή δεν είχε εμπιστοσύνη στα μέλη του Κοινοτικού  ότι δεν θα έχουν επαφές με τους… ξένους, δηλαδή με το ελληνικό προξενείο, την άλλη μέρα διέλυσε το Ορθόδοξο Συμβούλιο. Μετά έκλεισε τα ελληνικά σχολεία, κυνήγησε τους εκπαιδευτικούς και κουβάλησε από την Ιταλία εκατοντάδες δασκάλους και δασκαλίτσες για να διδάξουν τα Ιταλικά στα χωριά και στα νησιά.

‘Άλλαξε  την όψη των κτηρίων
Ύστερα τα βαλε με τα όμορφα κτήρια, να γκρεμίζει και να χτίζει. Ό,τι στρογγυλό και γυαλιστερό έμοιαζε με την καλοξυρισμένη κεφάλα του, το κοπάνιζε και το καμνε τεσσαροκάντουνο, ρωμαϊκού ρυθμού. Έτσι έκοψε τους περίφημους τρούλους του ξενοδοχείου των Ρόδων και του «Τσίρκολο» το θόλο (Ακταίον), εξαφάνισε τη μουσική εξέδρα στο Μαντράκι-η οποία ξαναχτίστηκε μετά την απελευθέρωση από το Δήμο-το ωραίο αέτωμα του Δικαστηρίου και τη γωνιά του κτιρίου με το ανάγλυφο του Άη Γιώργη που κονταρομαχούσε με το θεριό.

Είχε σκοπό να φάει τους τρούλους της Ροδιακής Λέσχης Κυνηγών, της Αγοράς και του Ψαροπωλείου, των Πηγών Καλλιθέας και της παραθαλάσσιας Ρόντας, αλλά τον πρόλαβε ο πόλεμος και του κοψε τη φόρα ή πιο σωστά του άλλαξε την έμπνευση. Γιατί, άφησε ήσυχους τους τρούλους και ξεθύμανε στους τεντζερέδες και τα μπακιρικά των νοικοκυράδων.

Την έμπνευση του την έδωσε η απόφαση του Μουσολίνι η οποία είχε ως εξής: Ο πόλεμος με την Αβησσυνία είχε δώσει την αφορμή στο Μουσολίνι να μαζέψει τις μαλαματένιες βέρες των Ιταλών οι οποίοι  σαν κορόιδα πρόσφεραν «όρο περ λα πάτρια», κι έπαιρναν σ΄ αντάλλαγμα ένα σιδερένιο χαλκά για το δάχτυλο. Όσες βέρες έγιναν χρυσές λίρες, τις μάζεψαν οι Εγγλέζοι στην είσοδο του Σουέζ, φορολογώντας με μία λίρα κάθε κεφάλι Ιταλοφασίστα που περνούσε με την πλατύγυρη κάσκα για την Άφρικα Οριεντάλε.

Τις άλλες, τις πολλές, με τα πολλά καράτια τις έφαγαν οι ληστοσυμμορίες των φασιστών του Μουσολίνι. Έτσι κι ο Ντε Βέκι έβγαλε «ντεκρέτο» να μαζευτούν όλα τα μπρούτζινα κουζινικά, στις αυλές των δημοτικών σχολείων, προσφορά δήθεν του ροδιακού λαού, για να γίνουν κανόνια, να δυναμώσει η Ιταλία και να κάμει ο Ντούτσε το Ιμπέρο Ρομάνο. Αλλά πού να πεισθούν οι Νιοχωρίτισσες,  ν΄ αποχωριστούν τους τετζερέδες  και τα ταψιά τους που τάχαν σαν ιερά κειμήλια?

Μάζεψαν λοιπόν κι αυτές όλα τα σπασμένα θυμιατά, τις κουτάλες της σούπας και τα παλιοσίδερα του σιδερώματος, τους χαλασμένους μύλους του καφέ και τα γουδιά με τα γουδόχερα και τα δωσαν «μπρόντζο περ λα πάτρια».

-«Να, πάρτα αντίχριστε, που να δώσει ο Θεός να σου τα βάλουν στο λάκκο σου….» ευχήθηκαν οι νοικοκυρές, με όλη τους την καρδιά.

Κυμάτισαν οι Αλβανικές σημαίες
Όταν τον Απρίλη του 1939 ο Μουσολίνι βούτηξε την Αλβανία, ο Ντε Βέκκι εδώ, θέλοντας να προπαγανδίσει το κατόρθωμα και να δείξει πόσο ήσυχα και ωραία γίναν αδερφοποιτοί οι φασίστες με τους αρβανίτες, έδωσε διαταγή να σημαιοστολιστεί διπλά η Ρόδος με Ιταλικές και Αλβανικές σημαίες. Παντιέρες όμως αρβανίτικες πού θα μπορούσαν να βρεθούν? Τότε βρέθηκε ο Φραγκοσμυρνιός τυπογράφος Νίκος Ρίκος, γυός του γνωστού σε όλο το Νιοχώρι Μπαρμπαρνέστου που καμνε τα «τσερκένια» και γέμιζαν την άνοιξη οι αλάνες του Νιοχωριού παιδάκια με χρωματιστούς χαρταετούς ο οποίος σκέφτηκε να γίνει παντιεράς.

Σκάλισε λοιπόν έναν δικέφαλο αετό με ανοιχτές φτερούγες πάνω σ΄ ένα ξύλο, κι έκαμε «κλισέ». Μάζεψε κι από τα υφασματάδικα της Παλιάς Αγοράς όλα τα τόπια τους βυσσινιούς χασέδες και τύπωσε τον μαυραετό της Αρβανιτιάς,  με τις δύο κεφάλες, μια φασιστική και μια αρβανίτικη στο τυπογραφείο του Νοταρά, απέναντι στο Μουσείο πού ΄ταν τότε συνέταιρος κι ο ίδιος ο Ρίκος. Έτσι σημαιοστολίστηκαν τα μαγαζιά για μια μέρα με ιταλο-αλβανικές παντιέρες, γιατί τοσοδά μετρούσε κι η αγάπη του φασισμού για την Αλβανία.
 
Γέμισαν οι δρόμοι μπρούτζινους Ρωμαίους αυτοκράτορες
 Όταν ο Ντε Βέκι, γκρέμισε το αρχοντικό της Βενετοκλήδαινας, απέναντι από το Διοικητήριο, (κτήριο της Περιφέρειας σήμερα), κι έχτισε το Δημαρχείο, το θέατρο Πουτσίνι (Εθνικό Θέατρο) και τ΄ άλλα ρωμαϊκού ρυθμού κτίρια, ο Ντούτσε του στειλε δώρο από τη Ρόμα πέντε μπρούτζινους ανδριάντες Ρωμαίων αυτοκρατόρων, για να στολίσει τη Ρόδο. Και εκείνος διάταξε συγκέντρωση –αντουνάτα- υποχρεωτική στο Μαντράκι. Κλείσαν τα μαγαζιά και μαζεύτηκε ο κόσμος να μάθει και να χαρεί πολύ για το ρεγάλο του Μουσολίνι.

Έτσι στήθηκαν στην πλατεία του Δημαρχείου ο Ιούλιος Καίσαρ, και ο Οκταβιανός Αύγουστος, πίσω από το Γκοβέρνο ο Αντωνίνος ο Ευσεβής, στο Μαντράκι στη θέση της μουσικής εξέδρας ο Τιβέριος και στην είσοδο της Παλιάς Πόλης κοντά στην πύλη με τα ελαφάκια ο Διοκλητιανός. Ο Ντε Βέκι πολύ τους θαύμαζε τους μπρούτζινους συμπατριώτες προγόνους του που του χάριζαν κάποια γεύση από την ψευδαίσθηση του Ιμπέρο Ρομάνο. 

Έβγαινε τακτικά στον εξώστη του Διοικητηρίου, τους καμάρωνε και νοερά τους χαιρετούσε: «Άβε Τσέζαρ». Κι εκείνοι πάλι κοίταζαν το συνονόματό τους κόντε Τσέζαρε ντι Βαλ Τσισμόν από την πλατεία του Δημαρχείου σκυθρωποί, με υψωμένο το δεξί μπρούτζινο χέρι και σιωπηλοί τον φασκέλωναν ρομαναμέντε.

Σήμερα, οι μπρούτζινοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, παρέα με τη Λύκαινα της Ρώμης που στεκόταν υπομονετικά να τη βυζαίνουν ο Ρέμος και ο Ρωμύλος, κι ήταν στημένη στη μια κολώνα του λιμανιού, δίπλα στην άλλη με το Ελάφι της Ρόδου, αναπαύονται ανάσκελα στον χορταριασμένο χώρο ριγμένοι πίσω από το Καστέλλο.

Συμπαθούσε τους Εβραίους
Με τους εδώ Εβραίους ο Ντε Βέκι τα πήγαινε καλά, και δεν συμφωνούσε με τα αντισημητικά μέτρα του Μουσολίνι. Γι αυτό και καθυστέρησε να τα εφαρμόσει μέχρι το 1939, οπότε με αυστηρή διαταγή του Ντούτσε, απομακρύνθηκε από τη Ρόδο ο αρχηγός του Ναυτικού Επιτελείου Δωδεκανήσου Ναύαρχος Ασκόλι πού ΄ταν Εβραίος. Ακολούθησε ο εδώ ερχομός τον Απρίλη του 1940 του φοβερού Γερμανού αντισημίτη Γκαίμπελς, υπουργού της προπαγάνδας του Χίτλερ οπότε κρίθηκε και η τύχη των 1700 Εβραίων της Ρόδου και των 120 της Κω.

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας –το αρμιστίτσιο- το Σεπτέμβρη του 1943 όταν οι εδώ Γερμανοί κατέλαβαν τη Ρόδο και τ΄ άλλα νησιά, ο αρχηγός των Ες Ες στρατηγός Σιμάνα, έστειλε τους αξιωματικούς Μπρούγκερ και Λίντεμαν μαζί με μια ομάδα ειδικευμένων στην εκτίμηση του χρυσού και των πολύτιμων λίθων.

Οι Γερμανοί Ες Ες αφού απογύμνωσαν τους Εβραίους από κάθε είδος αξίας, τους φόρτωσαν σαν πρόβατα επί σφαγήν, σε πλοία και τους μετέφεραν στον Πειραιά για να συνεχίσουν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
 
Το τέλος
Ο Ντε Βέκι άλλωστε άλλους είχε στο μάτι: τους Έλληνες. Γι’ αυτό ξέσπασε ο πόλεμος στην Αλβανία διάλεξε μόνος του τον «λάκκο με τα φίδια» για να τους θάψει ζωντανούς: την Τάφρο (σημερινό Θέατρο της Τάφρου) το περιβόητο ΚΟΝΤΣΕΝΤΡΑΜΕΝΤΟ. Δεν πρόφτασε όμως να απολαύσει την εξόντωσή τους, γιατί μετά ένα μήνα, το ξημέρωμα της 27ης Νοεμβρίου, ένα τετρακινητήριο αεροπλάνο τον έπαιρνε στον αγύριστο, στη Ρόμα. Στις 7 Δεκεμβρίου ήρθε το μαντάτο της αντικατάστασής του από τον στρατηγό Μπάστικο.

Όσο για το «χαμπάρι» του Ντε Βέκι το γραψε η Ιταλική εφημερίδα «Μεσσατζέρο» που ΄χε καταντήσει, από τις ήττες των Ιταλών στην Αλβανία, μικρή εφημερίδα του τοίχου. Το  ΄πε και το ΡΑΔΙΟ «Ε», ο τοπικός στρατιωτικός σταθμός του Αιγαίου και μετά η ορχήστρα των στρατιωτικών με τη φυσαρμόνικα, έπαιξε την «Καμπανιόλα μπέλλα» για να πανηγυρίσει ο κόσμος.