«To Παλιό Ξενοδοχείο» της Τίτσας Πιπίνου από τις εκδόσεις Διόπτρα

Γράφει ο Κυριάκος Κώστας


Ένας από τους παράγοντες που συντελεί στο να αφήσει θετικές εντυπώσεις ένα μυθιστόρημα ή οποιοδήποτε άλλο είδος που ανήκει στην κατηγορία της πεζογραφίας, είναι η ικανότητα του ή της συγγραφέως να παρασύρει τον αναγνώστη ασυνείδητα στο νοερό ταξίδι που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Εργαλεία και εφόδιά του, μεταξύ πολλών άλλων, είναι η δύναμη της φαντασίας, η σκέψη, η μελέτη αλλά κυρίως η μακρόχρονη και επίπονη εργασία.

Ένα από τα βιβλία που διάβασα πρόσφατα και που μπορώ να πω πως ανήκουν στην προαναφερθείσα κατηγορία βιβλίων, εκείνων δηλαδή που σε παίρνουν μαζί τους σε ένα γεωγραφικό και χρονικό ταξίδι, συγκαταλέγεται και το βιβλίο με τίτλο «Το Παλιό Ξενοδοχείο» της συγγραφέως και συντοπίτισσάς μας κυρίας Τίτσας Πιπίνου, από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Το πρώτο χαρακτηριστικό που έλκυσε την προσοχή μου καθώς το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο όση ώρα περιπλανιόμουν μέσα στο αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο, ξεχωρίζοντας έτσι ανάμεσα σε πολλά άλλα, ήταν το εξώφυλλο.

Ένα κομψότατο, πορσελάνινο φλιτζάνι, στολισμένο με όμορφα σχέδια βρίσκεται τοποθετημένο δίπλα σε ένα επιστολόχαρτο το οποίο με τη σειρά του διακρίνεται με μάλλον θολό τρόπο.

Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με τον τίτλο «Το Παλιό Ξενοδοχείο» που φυσικά διακρίνεται εμφανέστατα, αναπόφευκτα θα προκαλέσουν στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη μια προδιάθεση νοσταλγική.

Πήρα το βιβλίο αμέσως στα χέρια μου και αφού έριξα μια ματιά στην περίληψη στο οπισθόφυλλο, κατάλαβα ότι επρόκειτο για μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και η αρχική μου αυτή εντύπωση δεν διαψεύστηκε μετά το τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου.

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, από την κεντρική ηρωίδα, για την οποία από την αρχή μαθαίνουμε πως πρόκειται για δημοσιογράφο και συγγραφέα η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα ταξί το οποίο τη μεταφέρει από το αεροδρόμιο της Βιέννης προς το διαμέρισμα που έχει ενοικιάσει με σκοπό να περάσει ένα μήνα για να ολοκληρώσει το βιβλίο που γράφει.

Λίγο πριν από την επιστροφή της στην Ελλάδα, έχει σχεδιάσει να περάσει επίσης μερικές ημέρες στην Πράγα.

Η ροή της αφήγησης είναι σταθερή και δεν λοξοδρομεί ούτε χάνεται σε διαφορετικές πορείες. Όλες οι πληροφορίες διοχετεύονται με χάρη στο κείμενο μέσα από τις προσεγμένες λεπτομέρειες που σαν στολίδια έρχονται για να περικυκλώσουν το κυρίως θέμα και φυσικά για να δώσουν αναπνοή στους κεντρικούς και στους δευτερεύοντες ήρωες που αποτελούν τον σκελετό της ιστορίας του βιβλίου.

Ενόσω η κεντρική ηρωίδα βρίσκεται στην όμορφη και γραφική αυστριακή πρωτεύουσα, ένα απρόσμενο συμβάν λαμβάνει ξαφνικά χώρα που γίνεται η αφορμή για να ανασυρθεί μέσα από τα βάθη της μνήμης της η εικόνα ενός άνδρα τον οποίο είχε γνωρίσει στο μικρό ξενοδοχείο των γονιών της, πριν από πολλά χρόνια στο ελληνικό νησί όπου διέμενε όταν η ίδια ήταν ακόμη έφηβη.

Μέσα από τις τριακόσιες σελίδες από τις οποίες αποτελείται «Το Παλιό Ξενοδοχείο» ο αναγνώστης θα απολαύσει κυρίως την αφήγηση με την οποία ξεκινά, περιγράφεται και ολοκληρώνεται όλη η πλοκή που ξεκινάει στη Βιέννη, έπειτα συνεχίζεται με τη μορφή της εσωτερικής ανασκόπησης ανάμεσα σε Αθήνα και σε δύο ελληνικά νησιά, και στο τέλος καταλήγει στην Πράγα και από εκεί πίσω στην Ελλάδα.

Διαβάζοντας το βιβλίο «Το Παλιό Ξενοδοχείο» της Τίτσας Πιπίνου, μέσα μου σχηματίστηκε ένα μπουκέτο συναισθημάτων όπου την πρωτιά κατείχε εκείνο της γλυκιάς νοσταλγίας για ένα παρελθόν που αν και φυσικά δεν ήταν ολοσδιόλου μαγικό, κάνοντας μιαν εκ των υστέρων ανασκόπηση και κρίνοντάς το με την αντικειμενικότητα που μόνον ο χρόνος μπορεί να μας χαρίσει, σαν τέτοιο φάνταζε. Όπως συμβαίνει δηλαδή και στη ζωή, λίγο πολύ.

Έπειτα κυριάρχησε το συναίσθημα της χαράς που μας δίνει ένα ταξίδι χάρη στο οποίο θα αλλάξουμε παραστάσεις και περιβάλλον στο οποίο θα μπορέσουμε ενδεχομένως να είμαστε δημιουργικοί και σίγουρα θα έχουμε φορτίσει τις μπαταρίες μας ώστε να αντιμετωπίσουμε την καθημέρινότητά μας μετά από την επιστροφή μας.

Τέλος, ένα συναίσθημα που επίσης κατείχε σημαντική θέση καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης ήταν εκείνο της έλξης που νιώθουμε για έναν άνθρωπο, η παρουσία αλλά και η απουσία του οποίου έχουν σημαδέψει τη σκέψη μας με τρόπο μόνιμο, και που τα δίχτυα του χρόνου δεν θα σταθούν ποτέ ικανά να μας απαλλάξουν από εκείνον αφού η ύπαρξή του μας συντροφεύει καθόλη τη διάρκεια ζωής μας είτε με την υλική του υπόσταση είτε με τη μορφή της ανάμνησης.

Συνεπώς, τώρα που έχει φτάσει ο χειμώνας και που επίσης πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, μπορώ να προτείνω το βιβλίο «Το Παλιό Ξενοδοχείο» σε όλες και σε όλους επιθυμούν να διαβάσουν μια ευχάριστη και όμορφη ιστορία η οποία εκτυλίσσεται σε ένα παρόν στολισμένο με αμέτρητες αναμνήσεις, εκ των οποίων μερικές είναι πολύ και άλλες λιγότερο χαρμόσυνες.

Είναι ο χειμώνας, η εποχή εκείνη του χρόνου κατά την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι, ίσως, νιώθουμε βαθιά μέσα μας την ανάγκη να κάνουμε μιαν εσωτερική ανασκόπηση και να επιτρέψουμε στην αίσθηση της νοσταλγίας να κυριαρχήσει μέσα μας αναπολώντας τις εμπειρίες που βιώσαμε κατά το παρελθόν. Άλλωστε, η αλήθεια είναι ότι μέσα από το παρελθόν έχει διαμορφωθεί η προσωπικότητα του καθενός και της καθεμιάς από εμάς.

Η ίδια μας η ζωή βασίστηκε και ανεγέρθηκε μέσα από τις καταστάσεις που τώρα κοιτάζουμε είτε με χαρά είτε με λύπη, είτε πολύ απλά με μια γλυκόπικρη μελαγχολία που μας κάνει ανήμπορους να αποφασίσουμε εάν θα κάναμε ένα ταξίδι επιστροφής, μια κατακόρυφη βουτιά προς το παρελθόν - εάν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό - ή εάν θα προτιμούσαμε να το κλειδώσουμε μέσα σε ένα μικρό χώρο της συνείδησής μας καταβάλλοντας προσπάθειες να το αγνοήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα.

Το σίγουρο είναι ότι το βιβλίο «Το Παλιό Ξενοδοχείο» θα έρθει να ξεσκονίσει και να φρεσκάρει τη μνήμη μας για τη δική μας ζωή, τα δικά μας βιώματα, αφού μέσα από τα δρώμενα που με δεξιοτεχνία περιγράφει η συγγραφέας, θα μπορέσουμε και εμείς με τη σειρά μας να συσχετιστούμε.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Τίτσα Πιπίνου είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων. Γεννήθηκε στη Ρόδο το 1953. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα γλώσσας στην Αγγλία. Έχει γράψει περίπου δέκα βιβλία. Μυθιστορήματα, δοκίμια και άρθρα σε εφημερίδες.

Το πρώτο της μυθιστόρημα "Γυναίκα της Σκιάς" δημοσιεύτηκε το 1994.

Ακολούθησαν "Τέσσερις Μέρες του Μάρτη", "Για να θυμάσαι τη Λοΐδα" "Ονειροπαγίδα", "Το σ' αγαπώ σε ξένη γλώσσα", "Παλιοί Γάτοι τρυφερά Ποντίκια", "Ζωή χωρίς φιλοδώρημα" και "Το παλιό ξενοδοχείο".

Η μελέτη της "Γυναίκες της Δωδεκανήσου" δίνει πολλές πληροφορίες για τη ζωή των γυναικών στα Δωδεκάνησα τον περασμένο αιώνα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες, ημερολόγια, λευκώματα, συλλογικούς τόμους κ.α.