Μεσαιωνολόγιο: «Ιστορίες και θρύλοι, πίσω από τις παροιμίες»

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr


ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …
Τις περισσότερες φορές μία παροιμία εκφράζει, μέσα από μια μεταφορά ή αλληγορία, μία γενική αλήθεια, τη συμπύκνωση μιας μακρόχρονης εμπειρίας ή απλώς μία παρότρυνση, μία διδαχή και πάντα, μα πάντα, κρύβει κάποιον θρύλο ή μία ιστορία … Ας δούμε τις ιστορίες, πίσω από κάποιες από τις πιο γνωστές παροιμίες.

Πήραν τα μυαλά του αέρα
Απ’ όλα τα όπλα και τις πολεμικές μηχανές που έχουν επινοηθεί, το Υγρόν Πυρ είναι ένα από τα πιο περίεργα και θαυμαστά έργα του ανθρώπου. Την απόκρυφη εφεύρεση την έφερε – καθώς λένε – στο Βυζάντιο, τον 7o αιώνα, ένας καλόγερος από τη Συρία, ο Καλλίνικος. Στην πλώρη κάθε “χελιδονιού” – δηλαδή μεγάλου βυζαντινού πλοίου με τέσσερις σειρές κουπιά – ήταν τοποθετημένο σαν προτομή, το κεφάλι ενός λιονταριού ή άλλου θηρίου ή και ανθρώπου ακόμα, καμωμένο από μπρούντζο, που είχε το στόμα του διαρκώς ανοιχτό.

Το στόμα αυτό επικοινωνούσε με κάτι σωλήνες, από τις οποίες χυνόταν το υγρό – που ήταν μαύρο σαν ακάθαρτο πετρέλαιο. Την ίδια στιγμή, από ένα άλλο σωλήνα, στελνόταν με ειδικές φυσούνες άφθονος αέρας, ώστε να μπορεί να τινάζεται μακριά το υγρό. Τους σωλήνες αυτούς, που επικοινωνούσαν απευθείας με το κεφάλι, οι Βυζαντινοί τους ονόμαζαν “μυελούς”. Από το τελευταίο αυτό, λοιπόν, έμεινε ως τα χρόνια μας η πασίγνωστη φράση «πήραν τα μυαλά του αέρα».

Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα
Η φράση ξεκινάει και γίνεται πολύ γνωστή από το παρακάτω τραγούδι, που γράφτηκε για το θρήνο της Πόλης:

«Τ’ απάνω βήμα πάρθηκεν. Το κάτω ποκοιμάται.
Το μεσακό εστράγγισε, παιδιά, πάρθην η Πόλη.
Πήραν την Πόλη! Πήραν την! Πήραν και την Ασία.
Πήραν και την Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι.
Με τετρακόσια σήμαντρα, με εξήντα καλογέρους.
Κλαμμός, θραμμός, που γένηκε εκείνην την ημέρα!
Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα»

Όταν έπεφτε μια πόλη, ύστερα από μεγάλη πολιορκία, οι στρατιώτες που έμπαιναν μέσα νικητές λαφυραγωγούσαν (έπαιρναν σαν λάφυρα) αντικείμενα, αλλά και παιδιά και γυναίκες, που τους πουλούσαν, και το κέρδος τους ήταν πολύ μεγάλο. Αλλού μαζεύανε τους άντρες, αλλού τις γυναίκες και αλλού τα παιδιά, που, κλαίγοντας, φώναζαν τους γονείς τους.

Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι
Μια από τις πιο σκοτεινές εποχές που έζησε η Ελλάδα, ήταν όταν στα παράλιά της έκαναν επιδρομές οι διάφοροι πειρατές, κυρίως οι Αλγερινοί, που περνούσαν από το μαχαίρι όλα τα γυναικόπαιδα ή άρπαζαν τις όμορφες κοπέλες, για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρά τους.

Στη Μήλο υπήρχαν τότε μεγάλα εργαστήρια ταπητουργίας, που έφτιαχναν χαλιά με ωραιότατα σχέδια από ένα ειδικό μαλλί. Τα χαλιά αυτά τα πουλούσαν πανάκριβα στους διάφορους πλούσιους της Πόλης, της Κύπρου και της Βενετίας. Την εποχή εκείνη δρούσε στο Αιγαίο ένας φοβερός κουρσάρος, ο Αλή Μεμέτ Χαν. Μια νύχτα, βγήκε με τα παλικάρια του στη Μήλο, για να την κουρσέψει.

Οι πειρατές μπήκαν και στα εργαστήρια των χαλιών, που βρίσκονταν εκεί. Οι νησιώτες όμως τους πήραν είδηση, τους κύκλωσαν και τους έπιασαν χωρίς αιματοχυσία. Αντί να τους σκοτώσουν, τους ξύρισαν το κεφάλι και τα γένια και τους έστειλαν δώρο στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Από τότε έμεινε και η φράση που λέμε συχνά και σήμερα «Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι».

Και οι τοίχοι έχουν αφτιά
Από τα αρχαιότατα χρόνια ως τον Μεσαίωνα, η άμυνα μιας χώρας εναντίον των επιδρομέων, ήταν κυρίως τα τείχη που την κύκλωναν. Τα τείχη αυτά χτίζονταν, συνήθως, με τη βοήθεια των σκλάβων και των αιχμαλώτων που συλλαμβάνονταν στις μάχες. Οι μηχανικοί, όμως, ανήκαν απαραίτητα στο στενό περιβάλλον του άρχοντα ή του βασιλιά που κυβερνούσε τη χώρα.

Τέτοιοι πασίγνωστοι μηχανικοί ήταν ο Αθηναίος Αριστόθουλος - ένας από αυτούς που έχτισαν τα μεγάλα τείχη του Πειραιά -, ο Λαύσακος, που ήταν στενός φίλος του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και ο Ναρσής, που υπηρετούσε κοντά στο Λέοντα τον Σγουρό. Όταν ο τελευταίος, κυνηγημένος οπό τους Φράγκους, κλείστηκε στην Ακροκόρινθο, ο Ναρσής τού πρότεινε ένα σχέδιο φρουρίου που έγινε αμέσως δεκτό.

Το χτίσιμό του κράτησε ολόκληρο χρόνο κι όταν τέλειωσε, αποδείχτηκε πράγματι πως ήταν απόρθητο. Στα τείχη του φρουρίου ο Ναρσής έκανε και μια καινοτομία εκπληκτική για την εποχή του.

Σε ορισμένα σημεία, τοποθέτησε μερικούς μυστικούς σωλήνες από κεραμόχωμα, που έφταναν, χωρίς να φαίνονται, ως κάτω στα υπόγεια, το οποία χρησίμευαν για φυλακές. Όταν κανείς, λοιπόν, βρισκόταν πάνω στις επάλξεις του πύργου, μπορούσε ν’ ακούει μέσα από τους σωλήνες ό,τι λεγόταν από τους αιχμαλώτους, που ήταν κλεισμένοι εκεί. Ήταν, ας πούμε, ένα είδος ακουστικών της εποχής που τα έλεγαν «ωτία».
 


Δεν έμεινε ρουθούνι…
Στο Μεσαίωνα επικρατούσε η συνήθεια να κόβουν οι νικητές στρατηγοί τα αυτιά και τις μύτες των εχθρών τους, που είχαν πέσει στις μάχες… Αυτά τα ”τρόπαια”, τα έβαζαν μέσα σε σάκους και τα έστελναν στο κέντρο, για να γίνει γνωστό το μέγεθος της νίκης.

Χαρακτηριστικά, ο χρονικογράφος Γεώργιος Κερδηνός αναφέρει για τον στρατηγό Γεώργιο Μανιακή, που σκότωσε πολλούς Άραβες: «Χιλίους απ’ εμπρός εσκότωσεν και μύριους απ΄ οπίσω, εννιά κοφίνα φόρτωσεν ωτία και μυτία …». Δηλαδή δεν έμεινε κατ’ αυτόν τον τρόπο άκοφτο ρουθούνι…Έτσι εξηγείται η σημερινή φράση: «δεν έμεινε ρουθούνι», ενώ στη Μυτιλήνη λένε «δεν έμεινε μύτη».

Πηγές:
www.votegreece.gr
www.posna.net