Λεξιστορείν: Η Θύελλα!

Με τη λέξη θύελλα εννοούμε την άγρια βροχή που συνοδεύεται από δυνατό άνεμο αλλά και μεταφορικά την έντονη αναταραχή που μπορεί να προκαλέσει κάποιος (π.χ. προκάλεσε θύελλα με τα λόγια του).

Ετυμολογικά προέρχεται από το αρχαίο ρήμα θύω=εφορμώ, επιτίθεμαι μιας και κύριο χαρακτηριστικό της θύελλας είναι η αγριότητα με την οποία «επιτίθεται» σε μια περιοχή.