Νεαρός άνδρας πνίγηκε στην Στρογγύλη ........κι ύστερα σιωπή!

Της:
Δέσποινας Χουρδάκη

 

Σαράντα μέρες πέρασαν… 
Στη μνήμη του Νίκου μας.

Η είδηση…  Ο τίτλος…  Κι ύστερα σιωπή, αδυσώπητη, ακατανόητη, νεκρική. Και είναι η ανάγκη να δώσεις όνομα στο νεαρό άνδρα, να δώσεις υπόσταση και πνοή σ’ αυτό τον τίτλο. Να μη μεταφέρει απλά την είδηση, αλλά το δάκρυ όλων αυτών που τον ήξεραν κι όλων αυτών που συγκλονίστηκαν διαβάζοντας τις λέξεις.

Νίκος Τζανόπουλος, παιδί δικό μας, παιδί όλου του κόσμου που τον γνώρισε. Σ’ ένα πανέμορφο μέρος της Κρήτης μεγάλωσε, δίπλα στη θάλασσα. Δίπλα της χνάρια απ’ τα πρώτα του βήματα. Μέσα του η φωνή της από πολύ νωρίς. Αυτή τη φωνή ακολούθησε στη Μυτιλήνη για να σπουδάσει στο τμήμα Επιστημών της Θάλασσας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 
Από νησί σε νησί η διαδρομή του κι ολόγυρα μπλε…

Τελευταίο του λιμάνι η Ρόδος. Η Ρόδος που αγάπησε μόλις ήρθε για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Μαγεμένος από την ομορφιά της επέλεξε να μείνει και να τελειώσει το στρατιωτικό του σ’ αυτό το μέρος. Κι ύστερα όταν του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί σε ιχθυοκαλλιέργεια της περιοχής γέμισε ενθουσιασμό για ζωή. Η αγάπη γι αυτό που σπούδασε, οι πρώτες του εμπειρίες, η πρώτη του δουλειά, τα πρώτα του χρήματα, οι άνθρωποι που τους έλεγε «οικογένεια», η θάλασσα και η φωνή της….
Ο Νίκος μας…

Γυρεύω να τον βρω στα μάτια των ανθρώπων που με σεβασμό και χαμόγελο καλωσόριζε στη ζωή του. Το χέρι του πάνω σε κάθε ώμο που είχε την ανάγκη του, η προσφορά στην παλάμη του, ανιδιοτελής, αυθόρμητη, γεμάτη αγάπη. «Δεν θέλω ν’ ανταγωνιστώ κανέναν» έγραφε στον προσωπικό του λογαριασμό στο φέισμπουκ. «Θέλω μόνο να γίνομαι εγώ καλύτερος απ το χτες».

Γυρεύω να τον βρω στο πρώτο καλωσόρισμα του ήλιου, στην ανατολή και τη δύση του που αποτύπωνε στις φωτογραφίες του. Ένα παιδί που αγαπούσε και σεβόταν τη φύση και τα μυστικά της. Κοντά στα χελωνάκια του, τις μικρές caretta – caretta, που καθοδηγούσε στη θάλασσα, καλοκαίρια ολόκληρα, στην διάρκεια της πρακτικής του άσκησης, εκεί τον γυρεύω.

Γυρεύω να τον βρω στα απλά πράγματα που έδιναν την ευτυχία στην καρδιά του. Τους δυο τελευταίους μήνες της ζωής του ήταν η Σκάλα Καμείρου το σπίτι του. Δεν παραπονιόταν για τη μοναξιά. Είχε πολλά έλεγε, ένα κάστρο, ένα καταπράσινο δάσος, τη θάλασσα δίπλα του, τις κουβέντες του με τους ψαράδες που του έδιναν από τις εμπειρίες τους.

Γυρεύω να τον βρω στα ταξίδια του, στην αρμονία που έσμιγε με το καινούριο, το διαφορετικό, με τον τόπο και τους ανθρώπους. Το τελευταίο του ταξίδι στην Κάρπαθο και γύρισε με μια χούφτα παράδοση. Ένα καρβέλι ψωμί ζυμωμένο με το μεράκι των ανθρώπων εκεί. Μ’ αυτή την απλότητα ένωνε κάθε ανάμνηση.

Γυρεύω να τον βρω στα τελευταία του βήματα, στο δρόμο για τη δουλειά του εκείνο το πρωινό. Αυτή η δουλειά που του ‘δινε τόση χαρά στο ξεκίνημα της ζωής του.  Κι εκείνος ανταπέδιδε με υπευθυνότητα, τιμιότητα, φιλότιμο και καλοσύνη.

Κι ύστερα όλοι οι φάροι σβήστηκαν. Το μπλε σκοτείνιασε. Οι γλάροι σώπασαν. Το πέλαγος βουβό. 
Κι ύστερα σιωπή…... 
Γιατί το ψέμα γέμισε το πέλαγος, γιατί η ψυχή του αναζητάει το ΓΙΑΤΙ στα μάτια που τον πρόδωσαν, γιατί τα χέρια που χαιρέτησε τράβηξαν την εύκολη ρότα της ανάγκης τους. 

Μα η σιωπή δεν αρμόζει στα παλικάρια. Κι εμείς το δικό μας το αετόπουλο το αποχαιρετούμε με δυνατή φωνή. Μ ένα μεγάλο ευχαριστώ για την ομορφιά της ζωής του, για το σεβασμό που σκόρπιζε στο κάθε του βήμα, για το χαμόγελο του που θα μείνει χαραγμένο στις καρδιές μας. Κι ό,τι πολύτιμο μας έδωσε στη σύντομη ζωή του, μπροστάρηδες μας κάνει να κερδίσουμε τον αγώνα της ζωής με αξιοπρέπεια, με  ΑΛΗΘΕΙΑ, με ειλικρίνεια και περηφάνια. 
Γιατί αυτή είναι η πραγματική νίκη, να ζεις παλικαρίσια. Κι ας είναι ο θάνατος ανίκητος.

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς;
Όπου κάποτε οι φιγούρες των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς;
………
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ μ’ ακούς;

(Ο. Ελύτης)