Oι έρωτες των Ιπποτών  με τις Ροδίτισσες,  μέσα από άσματα αγάπης


Από τη Ρόδο της ιπποτικής εποχής, μια περίοδο ιδιαίτερης σημασίας γιατί ήταν το κέντρο ανεξάρτητης επικράτειας (οπότε και έπαψε να είναι επαρχία όπως ήταν στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδο)  προέκυψαν όμορφα πράγματα.

Τα διακόσια και περισσότερα χρόνια της ιπποτικής περιόδου ήταν χρόνια που άνθισε το εμπόριο και η κτηριακή δραστηριότητα και έφεραν άνοδο του πολιτιστικού και πνευματικού επιπέδου του λαού. Έλληνες και Φράγκοι παρά τις θρησκευτικές διαφορές, είχαν μια ειρηνική συμβίωση, κι έτσι αναπτύχθηκαν δεσμοί ανάμεσα στο λατινικό και ελληνικό στοιχείο.

Οι νεαροί Φράγκοι Ιππότες δημιουργούν αισθήματα με τις Ελληνίδες και επίσης οι Έλληνες συνάπτουν δεσμούς και γίνονται συνοικέσια με Φράγκισσες.  

Περιηγητές μιλούν για έκλυση ηθών και επέμβαση των Μεγάλων Μαγίστρων και του Πάπα για την αναθεώρηση των κανονισμών.

Για παράδειγμα απαγορεύουν στους νεαρούς Ιππότες να ντύνονται «καμιζέλλες» (μασκαράδες), πράγμα που δείχνει τον τρόπο της ζωής.

Οι Ροδίτισσες συνήθιζαν να εμφανίζονται ντυμένες με κομψότητα, «με ερωτίας τάξιν». Επίσης στολισμένες με πλούσια κοσμήματα, πράγμα που τονίζει κι ο γιατρός του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς Ραμαδάν και μεταχειρίζονταν τα πιο πολύτιμα αρώματα, όπως φαίνεται από τα ποιήματα της εποχής.

Μέσα στο περιβάλλον αυτό η ελεύθερη πνευματική ζωή έδωσε αφορμή να δημιουργηθεί μια ανώτερη ποίηση που παρουσιάζει άριστα δείγματα ερωτικών ασμάτων της εποχής αυτής, γνωστά με το όνομα «Ροδίτικα ερωτικά τραγούδια» και παρουσιάζονται στο βιβλίο του ιστορικού  Χριστόδουλου Παπαχριστοδούλου, «Ιστορία της Ρόδου».

Ύφος απλό, λεπτές φράσεις, ευγένεια εκφράσεων που προϋποθέτουν μια κοινωνία πολιτισμένη.
Μια σειρά των ασμάτων αυτών σώθηκε σ’ ένα κώδικα του Βρετανικού Μουσείου του ΙΕ΄ αιώνα με τίτλο του χειρόγραφου «Καταλόγια-Στίχοι περί έρωτος αγάπης». Πρώτος ασχολήθηκε με το χειρόγραφο ο εκδότης μεσαιωνικών ελληνικών κειμένων Γουλ. Βάγνερ και το εξέδωσε το 1879 με τον τίτλο «Αλφάβητος της Αγάπης-Μια συλλογή ροδιακών ερωτικών ασμάτων». Τα άσματα αυτά θεωρούνται από τα άριστα δημιουργήματα που έχει να παρουσιάσει η μεσαιωνική και νεότερη δημοτική μας ποίηση.  Είναι 110 ή 112 τον αριθμό, σε ανομοιοκατάληκτους στίχους εκτός από μερικά που έχουν ομοιοκαταληξία.

Σ’ αυτό που ακολουθεί, εντύπωση κάνει η ευγενική προσφώνηση, το ερωτικό συναίσθημα και ο τρόπος με τον οποίο ο άντρας θέλει να ευχαριστήσει την αγαπημένη του στην έξοδό της.

«Αν ήξευρα, κυράτζα μου, πότε θέλεις κινήσει
Και πόθεν θέλεις διαβεί με τις αρχοντοπούλες,
Την στράταν σου να φύτεψα μηλές και κυδωνίτζες
Και νερατζούλες και κιτρές και δάφνες και μυρσίνες
Τον δρόμον σου τριανταφυλλιές, να μη σε πιάνει ο ήλιος.
Κι όπου διαβαίνεις και πατείς ήθελα σπέρνει μόσχον
Και να μυρίζει  η στράτα σου και σύ να μη το ξεύρης.
Να μη μαυρίζει λυγερή, στον ήλιον η ελικιά σου».

Στην τρίτη ομάδα των ασμάτων του χειρόγραφου ένας άντρας αγαπά μια ωραία κόρη, κι αυτή δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά του, γιατί τον θεωρεί μικρό ακόμη. Επειδή όμως εκείνος επιμένει, του βάζει ένα στοίχημα, να της τραγουδήσει τα «Εκατόλογια» κι αν το κατορθώσει, θα είναι μαζί. Ο άντρας νικά το στοίχημα, κι εκείνη υποκύπτει στον έρωτά του, στο τέλος όμως την εγκαταλείπει για να φύγει στη Δύση. Η γυναίκα αποχαιρετά τον αγαπημένο της με στίχους γεμάτους περιπάθεια κι ευγένεια ψυχής:

«Εκίνησες, αφέντη μου, ο θεός κι οι αγοί μετά σου,
Βασιλικά στη στράταν σου, βάλσαμα στην οδόν σου
Και κόκκινα τριαντάφυλλα τριγύρου στα μαλλιά σου».

Τα άσματα δεν έχουν καμιά φραγκική επίδραση όπως λέει ο Γ. Σωτηριάδης. Απ’ εναντίας μας δείχνουν γνήσια τη βυζαντινή παράδοση με τα «χρυσόβουλλα» τους τίτλους και την άλλη φρασεολογία που κορυφώνεται στο παρακάτω άσμα:

«Κυρά μου, εσύ σαι ο ποταμός ο χρυσομελιτάρις…
Εσύ σαι κιόνιν πορφυρόν που στέκει στο παλάτιν,
Όπου κουμπίζει ο βασιλεύς και κρίνει ο λογοθέτης,
Της δέσποινας εικόνισμαν, του βασιλεως εγκόλφιν,
Και των ρηγάδων η τιμή η δόξα των αρχόντων.
Εσύ’ σαι της νύκτας η δροσιά κι η πάχνη του χειμώνος και φέγγος αποσπερινόν και ήλιος της ημέρας
Και της αυγής αυγερινός, του παλατιού η κανδήλα.
Εσύ’ σαι τ’  άστρον τ’ ουρανού, του κάμπου το λουλούδι
Και χώρα πολυζήλευτος με το πολύν λογάριν».

Το άσμα μάς φέρνει πολύ κοντά στο Βυζάντιο και στη ζωή του με τους βασιλιάδες, τους λογοθέτες, τους ρηγάδες, τα εγκόλπια και τις εικόνες της Παναγίας.

Στους χρόνους αυτούς και νωρίτερα δημιουργήθηκαν και τα δημοτικά τραγούδια που εξυμνούν τη ζωή και τα κατορθώματα των ακριτών ή ψάλλουν διάφορα περιστατικά της καθημερινής ζωής και σώζονται ίσαμε σήμερα στο στόμα του λαού μας.