Θυρεοειδής: Aπό τη γιαγιά στην εγγονή

Ποιες είναι οι παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα και πόσο μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους;
Το μεγαλύτερο ποσοστό θυρεοειδοπαθειών είναι αυτοάνοσης αιτιολογίας. Αυτό σημαίνει ότι αντισώματα που παράγει ο ίδιος ο οργανισμός επιτίθενται στα κύτταρα του θυρεοειδούς και διαταράσσουν τη λειτουργία του. Το αποτέλεσμα είναι είτε η υπολειτουργία των κυττάρων (υποθυρεοειδισμός) είτε η διέγερσή τους και η υπερλειτουργία του αδένα (υπερθυρεοειδισμός - νόσος Graves). Στην περίπτωση της θυρεοειδίτιδας Hashimoto, μπορεί να εκδηλωθεί όλο το φάσμα των κλινικών συμπτωμάτων από τον υπο- έως και τον υπερ-θυρεοειδισμό, ενώ μπορεί να συσχετίζεται και με την εκδήλωση όζων ή αλλιώς γνωστή ως οζώδης βρογχοκήλη. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η δημιουργία θυρεοειδικών όζων μπορεί να μην έχει υπόβαθρο αυτοανοσίας και η αιτία της να είναι άγνωστη.
Αντίστοιχα, η κλινική εικόνα υπερθυρεοειδισμού μπορεί να μην οφείλεται σε θυρεοειδικά αντισώματα, αλλά σε άλλα αίτια, όπως φάρμακα ή και σε κάποιες μορφές καρκίνου. Στις παθήσεις του θυρεοειδούς ανήκουν και άλλες μορφές θυρεοειδίτιδος, όπως η οξεία και η υποξεία θυρεοειδίτιδα, που σχετίζονται με λοιμώξεις. Τέλος, ο καρκίνος του θυρεοειδούς, που αποτελεί από μόνος του ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των παθήσεων του θυρεοειδούς, έχει πολλούς υπότυπους, κάποιοι από τους οποίους μπορεί να είναι κληρονομούμενοι.

Πόσο επηρεάζει η κληρονομικότητα και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση παθήσεων του θυρεοειδούς;
Οι θυρεοειδοπάθειες αυτοάνοσης αιτιολογίας, δηλαδή η θυρεοειδίτιδα Hashimoto και η νόσος Grave’s, προέρχονται από περίπλοκες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Δεδομένα από πληθώρα μελετών στη διάρκεια χρόνων, επιβεβαιώνουν την υψηλή συχνότητα εμφάνισης αυτοάνοσων παθήσεων θυρεοειδούς σε συγγενείς της ίδιας οικογένειας. Η παρουσία θυρεοειδικών αυτοαντισωμάτων σε συγγενείς ατόμων με νόσο Grave’s έχει παρατηρηθεί σε ποσοστό που φτάνει το 50%, ενώ το 32% των ατόμων με αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια έχει τουλάχιστον έναν συγγενή πρώτου βαθμού με την ίδια πάθηση. Επομένως, αναφορικά με τις αυτοάνοσες παθήσεις, είναι πιθανό να απαντώνται συχνά στα μέλη της ίδιας οικογένειας.

Εκτός, όμως, από τους γενετικούς παράγοντες, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν περιβαλλοντικές επιδράσεις στην εμφάνιση των παθήσεων του θυρεοειδούς. Ο συχνότερος παράγοντας είναι η έλλειψη ή η υπερπροσφορά ιωδίου με την τροφή, που μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της λειτουργίας του αδένα, ο οποίος χρησιμοποιεί το ιώδιο ως πρώτη ύλη για τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών. Σε περιοχές με ένδεια ιωδίου, η παρουσία βρογχοκήλης (μη κακοήθης διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα) ήταν το συχνότερο πρόβλημα. Ωστόσο, με τον εμπλουτισμό του επιτραπέζιου άλατος με ιώδιο, το πρόβλημα αυτό έχει πλέον αντιμετωπιστεί στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Άλλοι εξωγενείς παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στην παρουσία βρογχοκήλης είναι τα φάρμακα, η εγκυμοσύνη, η έκθεση σε ακτινοβολία. Στην περίπτωση της νόσου Grave’s, εκτός από την κληρονομικότητα, βασική επίδραση στην εξέλιξη της νόσου μπορεί να έχει το ψυχολογικό stress, η εγκυμοσύνη, αλλά και το κάπνισμα.

Ποιες είναι οι συχνότερες παθήσεις ανά ηλικιακή ομάδα;
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς μπορεί να παρουσιαστούν σε κάθε ηλικία, ωστόσο κάποιες από αυτές εμφανίζονται συχνότερα σε κάποιες ηλικίες. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι η πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού και απαντάται πιο συχνά σε γυναίκες μέσης ηλικίας. Αντίθετα, ο υπερθυρεοειδισμός αυτοάνοσης αιτιολογίας (νόσος Grave’s) απαντάται συχνότερα σε πιο νεαρές ηλικίες, μεταξύ 20-30 ετών. Η εμφάνιση βρογχοκήλης (διάχυτη διόγκωση του αδένα) μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, ειδικά σε άτομα που διαμένουν σε περιοχές με έλλειψη ιωδίου, ωστόσο είναι συχνότερη μετά την ηλικία των 40 ετών και ιδιαίτερα στις γυναίκες. Μπορεί, όμως, να εμφανιστεί και στο πλαίσιο νόσου Grave’s σε πιο νεαρά άτομα. Αντίστοιχα, η εμφάνιση όζων του θυρεοειδούς απαντάται συχνότερα σε γυναίκες, χωρίς αυτό να αποκλείει την εμφάνισή τους στους άνδρες, αλλά η επίπτωσή τους αυξάνεται με την ηλικία. Στα παιδιά, μπορεί να εμφανιστούν όλες οι παθήσεις του θυρεοειδούς που εμφανίζονται στους ενήλικες (υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, θυρεοειδικοί όζοι, καρκίνος θυρεοειδούς). Όμως, στην ηλικιακή αυτή ομάδα ανήκουν επιπλέον και οι συγγενείς παθήσεις, δηλαδή προβλήματα από τη γέννηση, η έγκαιρη διάγνωση των οποίων έχει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή.

Ποιες είναι οι διαφορές στη θεραπευτική προσέγγιση σε σχέση με την ηλικία και ποιος ο ρόλος του ενδοκρινολόγου;

Ανάλογα με το πρόβλημα του θυρεοειδούς που αντιμετωπίζουν, οι ασθενείς μπορεί να είναι εντελώς ασυμπτωματικοί ή να εμφανίζουν συμπτώματα όπως αρρυθμίες, κατάθλιψη, μεταβολές σωματικού βάρους, αδυναμία συγκέντρωσης, τρόμο, δερματικές εκδηλώσεις ή διαταραχές όρασης. Ο ενδοκρινολόγος, ο οποίος είναι ο ειδικός για να διακρίνει εάν τα συμπτώματα αυτά οφείλονται σε διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος, γνωρίζει κατά πόσο και με ποιον τρόπο διαφοροποιούνται τα συμπτώματα ανά ηλικιακή ομάδα και μπορεί να επιλέξει την πλέον κατάλληλη προσέγγιση.

Για παράδειγμα, στους ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να εκδηλωθούν με πιο ήπια κλινική εικόνα, όπως μειωμένη όρεξη για τροφή, κόπωση, δυσκοιλιότητα και να μη γίνουν αντιληπτά από το περιβάλλον μέχρι να εξελιχθούν ακόμα και σε κώμα. Αντίθετα, στις πολύ νεαρές ηλικίες το συνηθέστερο σύμπτωμα που θα πρέπει να κινητοποιήσει τον γονέα είναι η διαταραχή ανάπτυξης του παιδιού. Από την άλλη πλευρά, στην περίοδο της αναπαραγωγικής ηλικίας, η λειτουργία και οι παθήσεις του θυρεοειδούς αντιμετωπίζονται με διαφορετικά κριτήρια όταν τίθεται θέμα κύησης.

Εκτός από τη διάγνωση, και η θεραπεία έχει διαφορές ανάλογα με την ηλικία και τη γενικότερη κατάσταση του ασθενούς. Έτσι, η ίδια πάθηση μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο επιθετικά σε νεαρή ηλικία, ενώ αυτό μπορεί να ήταν επικίνδυνο στην περίπτωση του ηλικιωμένου ασθενούς ή στην περίπτωση της εγκύου. Βεβαίως, το κληρονομικό ιστορικό των γονέων και των παππούδων είναι ιδιαίτερα σημαντική πληροφορία για τον ενδοκρινολόγο που γνωρίζει όχι μόνο την αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης μιας πάθησης στους απογόνους, αλλά και τη συσχέτιση που εμφανίζουν οι παθήσεις του θυρεοειδούς με άλλες αυτοάνοσες νόσους (Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, πρόωρη ανεπάρκεια των ωοθηκών, λεύκη κ.ά.), στο πλαίσιο κληρονομούμενων συνδρόμων. Τέλος, η παρέμβαση του ενδοκρινολόγου είναι καίρια όταν πρόκειται και για άλλες κληρονομούμενες μορφές καρκίνου του θυρεοειδούς, όπου από τη διάγνωση των γονέων μπορεί να χρειαστεί άμεση παρέμβαση στο παιδί ακόμα και πριν από το πρώτο έτος της ηλικίας του!

Επομένως, το πρόβλημα της γιαγιάς, της μαμάς και της εγγονής μπορεί να μην είναι το ίδιο, όμως και οι τρεις έχουν ένα κοινό: χρειάζονται τον ενδοκρινολόγο τους!
(πηγή: iatronet.gr)