Ο Φώτης Κόντογλου επισκέπτεται τη Ρόδο στην καρδιά του Μεσοπολέμου-1934. Το κείμενο είδε το φως στις 12.3.1948

Παρουσίαση: Κώστας Τσαλαχούρης
 

Ακριβώς πέντε μέρες μετά τις τελετές της Ενσωματώσεως, ο Φώτης Κόντογλου(1) έγραψε τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι του στη Ρόδο, το 1934, τότε που όλα ήταν μαύρα κι άραχλα.

Το έδωσε στην εφημερίδα «Ελευθερία» και δημοσιεύτηκε  στο φύλλο της Παρασκευής 12 Μαρτίου 1948, στην πρώτη σελίδα, ως επιφυλλίδα. Ο δημιουργός της Πλατυτέρας των Ουρανών(2) στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού(3), στο Μαντράκι, πιάνει την γόνιμη και δημιουργική πένα του και…

Γράφει:
Πήγα κι εγώ στη Ρόδο στα 1934. Σ’ όποιο ταξίδι πάγω, κοντινό ή μακρυνό, παίρνω μαζί μου κ’ ένα τεφτέρι και γράφω μέσα, ό,τι μου κατεύει, σχεδιάζω κι ό,τι μου αρέσει. Αυτά τα τεφτέρια στοιβιάζουνται, έχω γεμίσει ένα σεντούκι. Τέλος!..

Λοιπόν μέσα στο τεφτέρι εκείνου του ταξιδιού βρίσκω κάτι σύντομα λόγια και κάποια σχέδια, έναν βρακά θαλασσινόν που είναι σαν Ποσειδώνας, κάτι Εβραίους έξω από το κάστρο, κάποια σπίτια παληά, τα άγρια βουνά που φαίνουνται αντίκρυ, απάνω στη Μικρά Ασία και κάποια άλλα.

Ξεμπαρκάραμε στη Ρόδο Κυριακή πρωί. Εδώ κ’ εκεί περπατούσανε καραμπινιέροι ευγενέστατοι, ίσως γιατί μας πήρανε κ’ εμάς για λόρδους, επειδή το καράβι ήταν λόρδικο. Ευγενέστατοι είτανε κ’ οι αρχαιολόγοι, και φανήκανε πιο ευγενείς σαν τους είπαμε πως είμαστε Έλληνες. Μας δείξανε το Μουσείο. Όλα βαλμένα με μεγάλη τάξη, μάλιστα από την πολλή την τάξη είχανε κάποια κρυάδα επιστημονική.

Είδαμε όλα τα κάστρα και τα χτίρια των Ιπποτών. Το Μουσείο είτανε μέσα στο Spedale dei Cavalieri. Βρίσκεται ο κατάλογος του Μουσείου που μας χάρισε ένας αρχαιολόγος κ’ είνε ακόμα καρφιτσωμένη απάνω στο εξώφυλλο η κάρτα του με τόνομα Cav. Guido Baldanzini.

Από όσα είδα στο Μουσείο, θυμάμαι το άγαλμα του Πτολεμαίου του Ευεργέτου, ένα κεφάλι του Κασσίου, δύο τρεις Αφροδίτες, κάποια ωραία αγγεία, και ένα μωσαϊκό δάπεδο. Στο Νοσοκομείο των Ιπποτών είτανε κάμποσες ταφόπλακες, με σκαλισμένα γράμματα, με θυρεούς, και με τους πεθαμένους ανάσκελα και τα χέρια σταυρωμένα, όπως συνηθίζουνε οι φράγκοι.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα θλιβερά νεκρώσιμα ανάγλυφα, ξεχωρίζανε του Μεγάλου Μαέστρου με ρούχα σαν του Δόγη, και του Pietro de la…….(4), που είνε ντυμένος στα σίδερα, ο καθένας με τα σκουτάρια(5) πάνω από το κεφάλι του. Είχανε κ’ ένα μέρος στο Μουσείο για τα πιο καινούρια, που τα λέγανε notra cinografica, και κει έβλεπες διάφορα χωριάτικα κεντήματα, φορεσιές, κούνιες, φούντες, κασέλες σκαλιστές και πιάτα ροδίτικα. Θαρρώ πως φτάνουνε αυτά τα αρχαιολογικά για να μην βαρεθεί κι ο αναγνώστης.

Βγαίνοντας έξω από το Μουσείο, είδαμε ένα παράξενο θέαμα. Στην πλατεία γινότανε μεγάλη παρέλαση. Σε λίγο έφταξε ο διοικητής με κάτι βερσαλλιέρους που πηδούσανε σαν τα κοκόρια που μαλλώνανε. Ο κόσμος καθότανε ολόγυρα ζεματισμένος. Απέστρεψα το πρόσωπό μου απ’ αυτό το θέαμα, που είτανε διασκεδαστικό για κείνους που τα παριστάνανε, αλλά για μας είτανε καταχθόνιο. Τι γυρεύανε σ’ αυτά τα χώματα αυτοί οι άνθρωποι, που δεν είτανε κακοί, αλλά ανοιχτόκαρδοι και μαλακοί;

Τους δώσανε να καταλάβουνε, κάποιοι που μιλάνε με τους αρχαίους θεούς, πως εδώ είτανε δικά τους λημέρια, και τούτο το δικαίωμα το είχανε επειδής είτανε φερμένοι κι άλλη φορά, προ πεντακόσια χρόνια, και δεν έφτανε πως πατήσανε το ξένο σπίτι μια φορά, παρά ίσια ίσια έχουνε το «ιστορικόν δικαίωμα» να το ξαναπατήσουνε κι άλλη μιά, και να καθίσουνε μάλιστα για πάντα. Τέτοιο «ιστορικόν δικαίωμα» να καθίσει στον τόπο του και να δει το ντέρτι του, μονάχα ο νοικοκύρης δεν τώχει, ο φουκαράς ο ρωμηός, γιατί δε στέφθηκε ιππότης και μάλιστα ταμένος στον Άγιο Γιάννη.

Για να πούμε, όμως, και του στραβού το δίκηο, όπου πάνε οι Ιταλοί δουλεύουνε σε πολλά πράγματα, που εμείς τα παραμελούμε. Προπάντων όπου είνε αρχαία κάστρα, ή άλλα χτίρια, δεν τα γκρεμίζουνε παρά τα διορθώνουνε, και προσπαθούνε να τα συμβιβάσουνε με τις ανάγκες που έχει σήμερα η ζωή. Έτσι και στη Ρόδο, τα κάστρα της και τα σπιτάλια των Ιπποτών τα στερηώσανε, τα φυτέψανε, βάλανε περιβόλια, πάρκα, πλακόστρωτα, και τα κάνανε, ειρηνικά κάστρα, που σεριανίζει ο κόσμος.

Η αλήθεια είνε πως είνε κι αυτά πολύ περιποιημένα, κι από την πολλή την περιποίηση, κι από το πολύ τουριστικό γούστο της αλφαδιάς, θαρρείς πως δεν είνε από πέτρες, παρά πως είνε από καρτόνι, σαν σκηνικά.

Αλλά μπροστά στο γρέμνισμα που κάνουμε εμείς, είνε πάλι καλύτερα, Εμείς χαλάσαμε τα περιβόητα κάστρα του Ναυπλιού, γκρεμίσαμε την πόρτα ρεάλε(6), φάγαμε το μισό Ιτς καλέ(7), ροκανίσαμε σαν τυφλοπόντικοι τα αθάνατα κάστρα του Ηρακλείου, της Μυτιλήνης, της Χίου. Τα έξοχα κάστρα της Χαλκίδας, και χίλια δυό άλλα, τα τζαμιά τα ρημάξαμε, ακόμα και τα δικά μας τα μοναστήρια, όσα δεν τα γκρεμίσαμε, τα ενορχηστρώσαμε, ήγουν τα γυρίσαμε σε μοντέρνα όπως το Μέγα Σπήλαιο, που το κάναμε σα την πολυκατοικία πούνε στα Εξάρχεια, και κατά καλή τύχη, το ίδιο μοναστήρι δεν το βάσταξε αυτό το μασκάρεμα και κάηκε.

Πού να βρεις άκρη;

Τα Δωδεκάνησα είνε ένας παράδεισος, που δεν μπορέσανε να τον χαρούνε για πολύν καιρό κείνοι που για δαύτους έγινε, όπως τον καθεαυτού παράδεισο τον χαρήκανε πολύ λίγο οι πρωτόπλαστοι. Ο αγέρας είνε καθαρός και χαρούμενος, τα βουνά ήρεμα, γλυκά τα’ ακρογιάλια, και ζεστοί οι άνθρωποι. Για τούτο κι ο ήλιος είνε απάνω στο νόμισμά τους.    

Στην τέχνη επιδοθήκανε πολύ, προπάντων στα τελευταία χρόνια της αρχαιότητας, ύστερα από το γλύπτη Λύσιππο(8), και κάνανε αγάλματα μεγάλα, με κείνο το πάθος που έχει υστερώτερα ο Μιχαήλ Άγγελος(9). Εκτός από τον Κολοσσό, που είτανε στημένος στο λιμάνι και το δρασκελούσε, σωθήκανε ο Λαοκόωντας(10)  με τους γυιούς του που τον πνίγουνε τα φίδια, η Δίρκη δεμένη στον ταύρο, κι άλλα.

Στη ζωγραφική έβγαλε μεγάλους μαστόρους, όπως εκείνο τον Πρωτογένη, που για χατήρι του δεν έκαψε τη Ρόδο ο Δημήτριος ο Πολιορκητής(11) που την πολιορκούσε. Από τη Ρόδο πέρασε η παράδοση της τέχνης στη Μικρά Ασία, και πήρε κάποιον ντόπιο χαρακτήρα, κι από κει βγήκανε στα βυζαντινά τα χρόνια φημισμένοι αρχιτέκτονες, όπως είτανε οι δυό αρχιμαστόροι που χτίσανε την αγιά Σοφιά, ο Ανθέμιος από τις Τράλεις (Αϊδίνι) και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο (Μπαλάτ).

Το κάστρο της Ρόδου είτανε άπαρτο, ανάμεσα στο πιο δυνατά, όπως του Χάνδακος, της Μονεμβασιάς, του Αναπλιού, του Ακροκόρινθου, της Μεθώνης κ.ά. Για να το πάρουνε οι Τούρκοι., έτρεξε αίμα πολύ. Το πήρε ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής.

Όσο για τάλλα τα νησιά είνε όλα όμορφα και ντροπαλά, σαν τις νησιωτοπούλες. Απάνω στην πιο μικρή, στο στερνοπαίδι τους, στην Πάτμο, είνε ένα σπήλαιο αγιασμένο, γιατί εκεί μέσα έγραψε ο άγιος Γιάννης ο θεολόγος την Αποκάλυψη, το πιο αζύγωτο(12) βιβλίο από όσα γραφήκανε στην Αθήνα, στη Ρώμη, στα Παρίσια, και στις άλλες μεγάλες πολιτείες. Ό,τι έκανε ο Χριστός κ’ οι μαθητές του, όλα σε μικρά και περιφρονημένα μέρη γινήκανε.

Ο ίδιος έζησε μέσα σε κάτι ψαρόβαρκες, που ψαρεύανε σε μια λίμνη ίσαμε μια χαβούζα. Έτσι κι ο αγαπημένος μαθητής του, πήγε και φώλιασε, βαθύγερος, απάνω σε κείνο το ταπεινό το βραχάκι, που έγινε πιο μεγάλο από κάθε άλλο νησί, γιατί αποπάνω του άνοιξε ο ουρανός «κι άκουσε από πίσω του φωνή μεγάλη σαν σάλπιγγα, κ’ είδε κάποιον που είτανε όμοιος με γυιό ανθρώπου, και το κεφάλι του κ’ οι τρίχες του είτανε λευκές σαν μαλλί άσπρο, σαν χιόνι».    

Μέσα σ’ ένα βιβλίο, γραμμένο προ τρακόσια χρόνια, βρήκα για τα Δωδεκάνησα τούτα που γράφω παρακάτω:

Για τη Ρόδο γράφει; Η πρωτεύουσα είνε μια όμορφη πολιτεία που τη φυλάγουνε πολλά καλά καστέλλια. Έχει ένα καλό λιμάνι στο ανατολικό μέρος του νησιού. Στη μπούκα του βρισκότανε το κολοσσιαίο άγαλμα του Απόλλωνα, 70 οργιές ψηλό. Τα καράβια περνούσανε ανάμεσα στα σκέλια του. Ήτανε μπρούτζινο και γκρεμνίσθηκε από σεισμό.

Τώρα η πολιτεία δεν είνε πια όπως είτανε στα χρόνια των Ιπποτών. Εκτός από την πρωτεύουσα υπάρχουνε στο νησί έξη χωριά …

…Για την Κω γράφει: Η Κως είναι από τα πιο καλά νησιά του Αρχιπελάγου, κοντά στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Το χώμα είνε καρπερό, αλλά σ’ αγέρι είνε αρρωστιάρικο. Σε τούτο το νησί γεννήθηκε ο Ιπποκράτης.

Για την Αστυπάλαια γράφει: Η Σταμπάλια είναι τριγυρισμένη κατά τη νοτιά από πολλά ξερόνησα.
Για τη Νίσυρο γράφει: Η Νιζαρό βγάζει σιτάρι, μπαμπάκι και κρασί. Οι κάτοικοι είνε Έλληνες και πληρώνουνε χαράτζι στους Βενετσιάνους,

Για την Πάτμο γράφει: Η Πάτμος είναι κατοικημένη από Γραικούς. Τα λιμάνια της είνε γεμάτα από κουρσάρους. Οι Έλληνες κατοικούνε γύρω στο μοναστήρι του Άγιου Γιάννη, που είνε χτισμένο σαν καστέλλι. Έχει πλήθος πέρδικες, λαγούς, κοτσύφια κ.λπ. αλλά η σίκαλη και το κριθάρι βρίσκονται σε αφθονία. Έχει περισσότερες γυναίκες από άνδρες. Έχει ένα ασκηταριό και λένε πως εκεί μέσα έγραψε την Αποκάλυψη ο άγιος Γιάννης στα 96 μ.Χ. Το ασκηταριό λέγεται με το όνομα ετούτου του βιβλίου.  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Φώτης Κόντογλου λογοτέχνης και ζωγράφος, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου 1896 και πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, είναι ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της γενιάς του 1930 μαζί με το Γιώργο Σεφέρη
2. Έγινε το έτος 1953
3. Η αγιογράφηση του Ναού έγινε από τον  Φ. Κόντογλου και τους μαθητές του Ιωάννη Τερζή και Παντελή Οδαμπάση-μαθητευόμενο, κατά τα έτη 1951-1961    
4. Μια λέξη δυσανάγνωστη.
5. Σκουτάρι, ασπίδα
6. Στην Κέρκυρα, σχέδιο του αρχιτέκτονα Ferrante Vitelli ήταν η κύρια είσοδος από ξηράς της πόλης της Κέρκυρας, από το 1540.
7. Ιτς Καλέ η νοτιοανατολική ακρόπολη του κάστρου των Ιωαννίνων, όπου και βρίσκονταν τα ανάκτορα του Αλή Πασά.
8. Γλύπτης από τη Σικυώνα (390-300π.Χ.).
9. Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni i1475-1564), ζωγράφος, γλύπτης, σχεδιαστής, μηχανικός και ποιητής.
10. Βρίσκεται στο Μουσείο του Βατικανού.
11. Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337-283 π.Χ.
12. Αζύγωτος, αυτός που δεν πλησιάζεται.
13. Στη συνέχεια αναφέρεται στην Ικαρία.
 

Ο Φώτης Κόντογλου
Ο Φώτης Κόντογλου

 

Νησιωτοπούλες, όμορφες και ντροπαλές…Φωτό του 1948
Νησιωτοπούλες, όμορφες και ντροπαλές…Φωτό του 1948

 

1934. Τελετή στη Ρόδο  με καραμπινιέρους
1934. Τελετή στη Ρόδο με καραμπινιέρους

 

Το λιμάνι της Ρόδου,  τον Ιούνιο 1934
Το λιμάνι της Ρόδου, τον Ιούνιο 1934

 

Φώτης Κόντογλου
Φώτης Κόντογλου

 

Η πλατεία Μουσείου, τότε…1934
Η πλατεία Μουσείου, τότε…1934

 

Ο Ναός του Σαν Τζιοβάννι στο τέλος του Μεσοπολέμου, μετέπειτα Ναός του Ευαγγελισμού που αγιογραφήθηκε από τον Φώτη Κόντογλου και τους μαθητές του
Ο Ναός του Σαν Τζιοβάννι στο τέλος του Μεσοπολέμου, μετέπειτα Ναός του Ευαγγελισμού που αγιογραφήθηκε από τον Φώτη Κόντογλου και τους μαθητές του

 

Καρτ-ποστάλ από κρουαζιέρα στη Ρόδο το 1934
Καρτ-ποστάλ από κρουαζιέρα στη Ρόδο το 1934