Η Ε.Ε. και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 20 χρόνια μετά το Ελσίνκι

Γράφει ο Σωτήρης Ντάλης*


Μια από τις κομβικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει  τα τελευταία είκοσι χρόνια η ΕΕ,   είναι η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Η Σύνοδος Κορυφής του Ελσίνκι του Δεκεμβρίου του  1999, αποτέλεσε  κορυφαία καμπή της ενοποιητικής διαδικασίας αλλά και των ευρωτουρκικών σχέσεων και συνδέεται με την κορύφωση της ελληνικής  στρατηγικής επιλογής για βαθύτερη ενσωμάτωση της χώρας στην ενοποιητική διαδικασία, επιλογή που ολοκληρώθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στο σκληρό πυρήνα της ενοποίησης που είναι η Ευρωζώνη.

Αρχιτέκτονας αυτής  της στρατηγικής επιλογής ήταν ο Κώστας Σημίτης με την ξεκάθαρη ορθολογική σκέψη, που ήθελε να κάνει την Ελλάδα μια «κανονική ευρωπαϊκή χώρα».

Ειδικότερα με τη συμφωνία του Ελσίνκι έδειξε το απαραίτητο πολιτικό σθένος για μια ουσιαστική προσέγγιση με την Τουρκία, για έναν «εξευρωπαϊσμό» των ελληνοτουρκικών σχέσεων που θα περνούσε μέσα από την ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας.

Αξίζει να θυμήσουμε πως επί πρωθυπουργίας Σημίτη ξεκινούν τον Απρίλιο του 2002  και οι πρώτες διερευνητικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των δυο χωρών με συντονιστή από ελληνικής πλευράς τον πρέσβη κο Σαββαΐδη, τον οποίο θα διαδεχτεί στη συνέχεια  ο πρέσβης κος Σκοπελίτης. Όπως έχει υποστηριχτεί, στις αρχές του 2004 είχαμε φτάσει σε πακέτο ρυθμίσεων για την επίλυση θεμάτων ή παραπομπή ορισμένων στο Διεθνές Δικαστήριο.  

Δεκαεπτά χρόνια μετά πού βρίσκεται σήμερα αυτός ο διάλογος;

Επίσης θα πρέπει  να υπογραμμίσει κανείς   πως χωρίς τη διαδικασία  του «Ελσίνκι» δεν θα είχε ενταχτεί η Κύπρος στην  ΕΕ την 1η Μαΐου  2004.

Το «παράδοξο» Ερντογάν και η «δύσκολη» Τουρκία
Ο Ερντογάν αποτελεί τον βασικό παράγοντα της κυβερνητικής σταθερότητας αλλά ο τρόπος διακυβέρνησης και το κοινωνικό του σχέδιο αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής αστάθειας της Τουρκίας για τα επόμενα χρόνια.

Με ένα νεοεθνικιστικό λόγο που τροφοδοτείται από τις αναμνήσεις του οθωμανικού μεγαλείου ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την εικόνα του καταπιεσμένου και περιφρονημένου από τη χριστιανική Δύση μουσουλμάνου και επιβάλλει μεθοδικά τα σύμβολα του Ισλάμ στον δημόσιο βίο και μετασχηματίζει τα πολιτισμικά ορόσημα που κληρονόμησε από τον κεμαλικό μοντερνισμό.

Με  τον τρόπο αυτό ικανοποιεί τις βαθιές επιθυμίες της αποκλεισμένης από την κεμαλική τάξη κοινωνίας και κατοχυρώνει τη δημοτικότητά του. Εκμεταλλευόμενος το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, ο Ερντογάν ολοκληρώνει σήμερα την πολιτική στρατηγική του με την οικοδόμηση ενός κράτους-κόμματος που επιβάλλει στην κοινωνία τη βούληση ενός και μόνο ανθρώπου και ενός συντηρητικού και αυταρχικού εθνοτικοθρησκευτικού εθνικισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής  Αχμέτ Ινσέλ.

Σήμερα, μια «δύσκολη» Τουρκία, λόγω της κατάστασης στο εσωτερικό του στρατού της μετά το πραξικόπημα του 2016, με πολλά ανοικτά μέτωπα (Συρία, Κουρδικό) σε μια περίπλοκη διεθνή συγκυρία, βλέπει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητά από την Επιτροπή  την αναστολή  των διαπραγματεύσεων Τουρκίας-ΕΕ   λόγω των υπερβολικών μέτρων καταστολής που λαμβάνει συνεχώς η Άγκυρα ύστερα από το πραξικόπημα.

Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να προσανατολιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία σε μια διευρυμένη  τελωνειακή ένωση με την ΕΕ. Ένα τέτοιο σενάριο έχει πολλά θετικά για την Τουρκία και τις μεγάλες οικονομίες της ΕΕ και κανένα για εμάς. Προσοχή λοιπόν!

Με την Τουρκία έχουμε  κοινή παρουσία και μοιραζόμαστε κοινά συμφέροντα σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου.  Το δυναμικό της ευρύτερης περιοχής  είναι τεράστιο. Όμως, ακόμα μεγαλύτερη είναι η δυναμική  που μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε, εάν καταφέρουμε να βάλουμε τις σχέσεις μας σε μια νέα και δημιουργική βάση, συνεργασίας και αλληλοσεβασμού.

Και βέβαια  το κομβικό ερώτημα είναι  το πώς προσεγγίζουμε σήμερα την Τουρκία και με ποιον τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας.

Προς  αυτή την κατεύθυνση, έχουμε ανάγκη τόσο  την κατανόηση των όσων συμβαίνουν στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, όσο κι  έναν εξωστρεφή  πατριωτισμό που δεν φοβάται   την ενίσχυση   της ευρωπαϊκής ενοποίησης,  η  οποία ενισχύει  το εθνικό συμφέρον σε αντίθεση  με τον εσωστρεφή, τοξικό και φοβικό πατριωτισμό  που θέλει την Ελλάδα  περιθωριοποιημένη από το ευρωπαϊκό σχέδιο.

1. Π. Ιωακειμίδης. Τα ελληνοτουρκικά και πώς δεν τα λύσαμε… Το Βήμα 3 Μαρτίου 2019.
2.  Η νέα Τουρκία του Ερντογάν, εκδ. Διάμετρος 2017.

* Επ. καθηγητής διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκής ενοποίησης στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.