Το Αιματηρό Δωδεκανησιακό Πάσχα του 1919

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

«...Χωρίς την Εκκκλησίαν, πιθανότατα, το Ελληνικόν Έθνος, δεν θα ηδύνατο να συνεχίση, και εις εποχάς Ελευθερίας και εις ημέρας δουλείας, άνευ διακοπής τον δρόμον προς την μεγάλην ιστορικήν αποστολήν του...»

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός


Πριν από 100 χρόνια, το 1919, ανήμερα του Πάσχα και συγκεκριμένα τη Δεύτερη Ανάσταση, διεξήχθησαν σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, ταυτόχρονα, Πάνδημα Συλλαλητήρια, όπου διατρανώθηκε η θέληση των Δωδεκανησίων για την ένωσή τους, με τη Μητέρα-Πατρίδα.

Είναι γνωστό ότι, αμέσως από τη λήξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, την 11η Νοεμβρίου 1918, άρχισε να συζητείται, σε διπλωματικό επίπεδο και υπό την πίεση της κοινής διάχυτης απαίτησης, η εφαρμογή του Δόγματος της Αυτοδιάθεσης για όσους εκ των λαών η μοίρα τους είχε επιφυλάξει “το θλιβερό προνόμιο” να βρίσκονται, ακόμη την εποχή εκείνη, υπό ξένη επικυριαρχία. Στην κατηγορία αυτή των υπόδουλων υπάγονταν από το 1309 και οι Δωδεκανήσιοι.

Στους πρώτους μήνες του 1919, εναλλακτικά στη Γαλλική και Αγγλική πρωτεύουσα, οι Νικητές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, συνδιαλέγονταν για να αποφασίσουν την τύχη της Τουρκίας. Και στα υπό συζήτηση θέματα βρισκόταν και το Δωδεκανησιακό. Η Ελληνική Αντιπροσωπεία με επικεφαλής του Εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο, είχε την επικουρία και πολλών εξεχόντων Δωδεκανησίων, που διέμεναν τότε στην Ελεύθερη Ελλάδα και το εξωτερικό, με πρώτο τον αγωνιστή Σκεύο Ζερβό από την Κάλυμνο.

Εν τω μεταξύ, ήδη από τον Ιανουάριο του 1913, ο Ελ. Βενιζέλος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας με υπόμνημά του προς τους πρωθυπουργούς των χωρών Αγγλίας και Γαλλίας, τούς τόνιζε, μεταξύ των άλλων: «...Διεκδικούμε τα Δωδεκάνησα, όχι σαν κατάκτηση, αλλά σαν Εθνική κληρονομιά. Οι τίτλοι μας είναι προγενέστεροι από τον πόλεμον· μάς δόθηκαν από την αρχή των Εθνοτήτων, γιατί πουθενά δεν θα βρει κανείς έναν πληθυσμό πιο ομογενή, καθαρής καταγωγής, και με τα πιο δυνατά ιδεώδη, παρά μόνο στο Αρχιπέλαγος».

• • • • • • • • • • •

Οι Ιταλοί, στα Δωδεκάνησα, σαν πρώτη ενέργεια του καταχθόνιου σχεδιασμού τους, παρόλο ότι καθυστερημένα, από την κήρυξη του Πολέμου η χώρα τους είχε τεθεί στο πλευρό της τριπλής συνεννόησης, με τη λήξη, όμως, του Πολέμου βρισκόταν με το μέρος των Νικητών, έθεσαν σε εφαρμογή τους να αποσπάσουν, προτού αρχίσει να συζητείται το θέμα επί υψηλού πολιτικού επιπέδου τα ακόλουθα: Με απάτη ή και τη βία, 17 Δήμαρχοι και Κοινοτάρχες της Δωδεκανήσου, με προεξάρχοντα τον ιταλό Δήμαρχο Ρόδου, με έγγραφη αναφορά τους προς το Συνέδριο της Ειρήνης των Παρισίων, με την οποία διαδηλωνόταν η ευγνωμοσύνη (!) προς την κατέχουσα τα νησιά μας Ιταλία και με εύσχημο τρόπο υποκρυπτόταν και η έννοια ότι, οι Δωδεκανήσιοι θα ήταν ευχαριστημένοι (!!!), εάν η Ιταλία θα παρέμενε οριστικά στη Δωδεκάνησο.

Την αναφορά αυτή παρουσίασε κατάλληλα η Ιταλική Αντιπροσωπεία εκεί που έπρεπε, κατά την εκτίμησή της, σαν πιστοποιητικό καλής διαγωγής, αλλά και αποδεικτικό στοιχείο των “φιλοϊταλικών διαθέσεων των κατοίκων των νησιών μας.

Μπροστά σε αυτή τη διαγραφόμενη απειλητική από Εθνικο-Δωδεκανησιακής πλευράς κατάσταση και διαστρέβλωσης των πραγματικών διαθέσεων του Δωδεκανησιακού λαού, έπρεπε να υπάρξει άμεση αντίδραση. Και όπως γίνεται, σχεδόν πάντοτε στις δύσκολες ώρες του Ελληνισμού, όπου η Εκκλησία πρωτοστατεί, έτσι και το 1919 και η Εκκλησία της Ρόδου και γενικότερα της Δωδεκανήσου, με το ρόλο που διαδραμάτιζε μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, ως Εθναρχικό Κέντρο, πήρε την ιστορική πρωτοβουλία: Ο επκεφαλής της Μητρόπολης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, χωρίς αργοπορία συγκάλεσε σε άκρως μυστική Σύσκεψη Δωδεκανησιακούς παράγοντες και τους εισηγήθηκε, όπως και η Δωδεκάνησος αξιοποιήσει τη μεταπολεμική πάγκοινη απαίτηση για αποτίναξη του ξένου ζυγού.

Και αμέσως συστήθηκε ειδική Επιτροπή υπό την Προεδρία του Μητροπολίτη για το συντονισμό του Αγώνα και για κάθε παραπέρα αποτελεσματική ενέργεια, η οποία ονομάστηκε ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ και αποτελέσθηκε από τους: Θεόδωρο Φραράκη, Γ. Κατσούρη, Μιχαήλ Μπόνη, Ταμία, Κυριάκο Αναστασιάδη, Εμμανουήλ Καλαμπίχη, Σάββα Παπανδρέου, Αθανάσιο Καζούλλη, Κ. Χρυσοχοΐδη, Σπυρ. Κ. Χατζηπαρασκευά, Παν. Χατζηπαρασκευά, Αθ. και Γεώργιο Βομβύλα, Ι. Παπαδόπουλο, Ν. Μαλτέζο, Μην. Φώκιαλη, Αντώνιο Αγιακάτσικα, Εμμ. Ευτυχιάδη, Αναστ. Δημητριάδη, Νικ. Καραγιάννη, Κυρ. Πατάκα και Α. Ιωαννίδη (όλοι από τη Ρόδο), ως και Βασ. Ευσταθίου (Χάλκη), Γ. Παχωτό (Σύμη), Γ.Μ. Πετρίδη (Σύμη), Αντ. Δούλβαρη (Κάλυμνο), Αν. Θυμανάκη (Κω) και Ανδρέα Καλαφατά (Σύμη).

Η παραπάνω Επιτροπή επιλήφθηκε του έργου της και υπό την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Ρόδου διαβιβάσθηκαν, με κάθεπροληπτικό μέσο, στις περισσότερες Εκκλησιαστικές και Κοινοτικές Αρχές της Δωδεκανήσου, αναλόγως δε της περίπτωσης και σε μυημένους προύχοντες της Δωδεκανήσου, κατάλληλες οδηγίες. Βάσει αυτών των οδηγιών ο Ελληνικός Δωδεκανησιακός λαός κλήθηκε σε δύο βασικές ενέργειες: Κατ’ αρχήν γραπτά θα διαδήλωνε τον πόθο του για Ένωση, υπογράφοντας το σχετικό Δημοψήφισμα, με κάθεμυστικό τρόπο, όταν θα προσερχόταν δήθεν για εξομολόγηση, από της παραμονής του Λαζάρου μέχρι του Μεγάλου Σαββάτου, προφορικά δε να το εγκρίνει, κατά τη Δεύτερη Ανάσταση, όπου θα διαβαζόταν το Δημοψήφισμα στην Εκκλησία. Έτσι, θα δινόταν και η πανηγυρική έγκριση του Δωδεκανησιακού λαού.

Η διαδικασία για το Πανδωδεκανησιακό Συλλαλητήριο προχωρούσε και τίποτα δεν διέρρευσε, η δε πανίσχυρη και δικτυωμένη τότε ιταλική Αστυνομία πληροφορήθηκε τα σχετικά του Δημοψηφίσματος προ 2-3 ημερών της 7-4-1919. Η μυστικότητα βοήθησε να μην μπορέσει να παρεμβάλει η Ιταλική Διοίκηση όσα εμπόδια τής επέτρεπε ο χρόνος. Έτσι, και σύμφωνα με όσα είχαν προγραμματισθεί από την Εθνική Επιτροπή, αφούπερατώθηκε η Ακολουθία της Β’ Ανάστασης, ο Μητροπολίτης ανέρχεται επί του θρόνου του και αφού αναγνώστηκε το υπογραφέν ήδη προ ημερών Δημοψήφισμα, απηύθυνε συνετό πατριωτικό λόγο, χωρίς αιχμές εναντίον της Ιταλίας, και κατέληγε: «...Επικυρών δε (σ.σ.  Δωδεκανησιακός λαός) και εμπράκτως το αναγνωσθέν Δημοψήφισμα, καλείται να ζητωκραυγάσει υπέρ της Ενώσεως αυτού μετά της Μητρός Ελλάδος».

Ο λαός όχι μόνο ζητωκραύγασε ζωηρότατα υπέρ της Ενώσεως, αλλά και παρέτεινε επί πολλά λεπτά της ώρας τις πατριωτικές του εκδηλώσεις, κατά τρόπον άψογο και ειρηνικό, ακολουθώντας τις νουθεσίες του Μητροπολίτη.
 

O Μητροπολίτης Ρόδου (1913-1946)  Απόστολος Τρύφωνος εμπνευστής-πρωτοπόρος των Δωδεκανησιακών Συλλαλητηρίων του Αιματηρού Πάσχα του 1919
O Μητροπολίτης Ρόδου (1913-1946) Απόστολος Τρύφωνος εμπνευστής-πρωτοπόρος των Δωδεκανησιακών Συλλαλητηρίων του Αιματηρού Πάσχα του 1919


Είναι, δε, αναμφισβήτητο ότι, όλα θα εξελίσσονταν κανονικά και κανένα έκτροπο δεν θα παρουσιαζόταν κατά τη διεξαγωγή των Συλλαλητηρίων, εάν και οι Ιταλοί ανταποκρίνονταν ανάλογα.

Δυστυχώς, έχασαν την “ψυχραιμία τους” και με το ανθελληνικό πάθος που τους διέκαιε συμπεριφέρθηκαν βάναυσα.

Στη Δωδεκανησιακή Ιστορία οι παραπάνω πατριωτικές εκδηλώσεις του Δωδεκανησιακού λαού για την Ένωση με τη Μητέρα-Πατρίδα παρέμειναν με την προσωνυμία: «Το Αιματηρό Πάσχα του 1919». Γιατί στις ειρηνικές αυτές εκδηλώσις των Δωδεκανησίων οι Ιταλοί αντέταξαν, όπως και το 1913 τη βία στην Πάτμο, με αποτέλεσμα το φόνο του Ιερέα Παπά-Λουκά και της Ανθούλας Μανωλά-Ζερβού από το Παραδείσι (Βιλλανόβα) της Ρόδου.

Στην Αρχάγγελο τραυματίστηκαν 100 περίπου χωρικοί, από τους οποίους βαριά ο Νικόλαος Α. Γεωργάς. Μετά τη διάλυση του πλήθους φυλακίστηκαν δύο ιερείς και ο κοινοτάρχης, καθώς και οι δύο δάσκαλοι του χωριού. Στ’ Αφάντου φυλακίσθηκε ο Παπά-Εμμανουήλ και στη Σορωνή, επίσης συνέλαβαν, τους Μιχαήλ Αλμυρό και Σταύρο Παπαεμμανουήλ. Παρόμοιες βαρβαρότητες έλαβαν χώρα και σε πολλές άλλες Κοινότητες της Ρόδου και της λοιπής Δωδεκανήσου.

Με τα προαναφερθέντα δεδομένα, ως της απάνθρωπης συμπεριφοράς των Ιταλικών Αρχών σε μια καθόλα ειρηνική και νόμιμη εκδήλωση των φρονημάτων των Δωδεκανησίων, ο Μητροπολίτης Ρόδου έστειλε δριμεία διαμαρτυρία στην Ιταλική Κυβέρνηση και στον Στρατιωτικό Διοικητή των νησιών Στρατηγό Vittorio Elia, καθώς και στους Προξένους των ξένων Δυνάμεων στη Ρόδο.

Η Ιταλική Διοίκηση ήθελε να προσποιείται την ανίδεη για τα συμβαίνοντα και μετά δύο ημέρες από το Δημοψήφισμα, την 9η Απριλίου 1919, ο κατοχικός Στρατηγός Elia, έστειλε στο Μητροπολίτη τον Επιτελάρχη του Bergera και τον Διερμηνέα της Διοίκησης Πέτρο Μαγκούζο και με προφορική νότα, αφ’ ενός εξέφραζε την έκπληξή του για την επαναστατική στάση των Δωδεκανησίων και αφ’ ετέρου εξαπολύονταν και απειλές για αυστηρή τιμωρία, με έμμεση αναφορά κατά του Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος, ως πρωτοαιτίου των “επαναστατικών διαδηλώσεων”.

Την επομένη, 10.4.1919, ο Μητροπολίτης, σε απάντηση, απηύθυνε στον Στρατηγό σχετικό έγγραφο μνημειώδους θάρρους και αυταπάρνησης, στο οποίο τιμά και καταξιώνει και τον ίδιο τον συντάξαντα και υπογράψαντα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει και παρακαταθήκη στις μέλλουσες του Γένους γενεές...

Το έγγραφο κατέληξε με την πατριωτικότατη αποστροφή: «...Όσον αφορά το ευτελές άτομόν μου σας βεβαιώ ότι γαλήνιος και ατάραχος αναμένω εν τέλος τόσον ένδοξον, εν μαρτύριον, το οποίον άλλοτε η Υμετέρα Εξοχότης απέκρουσε μετά τόσου αποτροπιασμού. Το μαρτύριον ενός Πατριάρχου, του οποίου, κατά σύμπτωσιν σήμερον είναι η επέτειος και το οποίον καθηγίασε την Απελευθέρωσιν της Ελλάδος. Μεγάλη μου τιμή, εάν το ιδικόν μου καθαγιάση την Απελευθέρωσιν των Δωδεκανήσων».

Η Θρησκευτική αρχή της Ρόδου δεν σταμάτησε μόνο σε αυτές τις ενέργειες. Φρόντισε η κατά πανηγυρικό τρόπο εκδήλωση της θέλησης του Δωδεκανησιακού λαού για την Ένωσή του με την Ελλάδα να ακουσθεί ευρύτερα και στον έξω κόσμο. Έτσι, μέσω του τότε Γάλλου Προξένου στη Ρόδο ενημέρωνε τη Διεθνή κοινή γνώμη, τις ξένες κυβερνήσεις και κάθε αρμόδιο. Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος τηρούταν ενήμερος.

Μάλιστα, την 4η Μαΐου 1919, ο Μητροπολίτης μέσω της διπλωματικής οδού, τού απέστειλε και σχετική έκκληση για να ενδιαφερθεί, καθώς του γράφει: «...για τα ενταύθα συμβαίνοντα», και τα οποία και του απαριθμούσε. Στο εν λόγω έγγραφο επισυναπτόταν και το Πανδωδεκανησιακό Δημοψήφισμα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, πριν το Πάσχα είχε υπογραφεί κατ’ απόλυτο μυστικό τρόπο και διαβιβάστηκε στις Εκκλησίες της Δωδεκανήσου, κατά τη Δεύτερη Ανάσταση του 1919.

• • • • • • • • • • •

Οι άδικοι φόνοι, οι εξορίες, οι φυλακίσεις και τα απάνθρωπα βασανιστήρια χαλύβδωναν τη θέληση του Δωδεκανησιακού λαού. Και οι θυσίες δεν απέβησαν μάταιες. Σύντομα άρχισαν να αποδίδουν καρπούς. Η Διεθνής κοινή γνώμη ενημερωμέμη, πλέον, από κάθεπλευρό, ευαισθητοποιήθηκε και το Δωδεκανησιακό Ζήτημα αποτέλεσε θέμα συζήτησης και αντικείμενο Παγκόσμιου ενδιαφέροντος.

Η διπλωματική ιδιοφυΐα του Ελευθερίου Βενιζέλου μετατόπισε αυτά σε μία απευθείας μετά της Ιταλίας συνεννόηση, από την οποία προέκυψε την 29η Ιουλίου 1919 (ασχέτως ότιδ εν τέθηκε σε εφαρμογή) η Συνθήκη Βενιζέλου-Τιττόνι, σύμφωνα μετ ην οποίαη Δωδεκάνησος, πλην της Ρόδου (της οποίας η τύχη θα κρινόταν αργότερα) παραχωρείτο στην Ελλάδα.

Τη Συμφωνία αυτή δεν σεβάστηκε η Ιταλία και την κατήγγειλε ένα χρόνο αργότερα “ως μη ικανοποιούσα τα Ιταλικά συμφέροντα”, όπως δηλώθηκε στον Έλληνα Πρεσβευτή στη Ρώμη. Με συνδυασμένες, όμως, νέες ενέργειες, ξανά του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιτυγχάνεται και υπογράφεται στις 28 Ιουλίου 1920, η Συνθήκη των Σεβρών, που ικανοποιούσε τους Εθνικούς πόθους σε ό,τι αφορά τουλάχιστον, τα Ελληνικά εδάφη που ανήκαν στην Οθωμανική κατοχή.

Ταυτόχρονα Τουρκία και Ιταλία παραιτούνταν υπέρ της Ελλάδας: «πάντων των δικαιωμάτων και τίτλων επί των Δωδεκανήσων, πλην της Ρόδου», για την οποία η Συνθήκη προέβλεπε για μία 15ετία ένα αυτόνομο καθεστώς και μετά την εκπνοή θα αποφαίνονταν για την τύχη τους οι κάτοικοι του νησιού με Δημοψήφισμα. 

Στο άκουσμα της είδησης ότι η Ιταλία θα φύγει από τη Δωδεκάνησο (πλην της Ρόδου, προσωρινά) οι κάτοικοι των νησιών πανηγυρίζουν. Ήταν τόσος αυθόρμητος ο ενθουσιασμός, ώστε το Δημοτικό Συμβούλιο της Κω υπό τον Δήμαρχο Αντώνιο Ιωαννίδη, «εν ιερωτάτη συγκινήσει», καθώς αναφέρεται στο Πρακτικό της 6ης Αυγούστου 1920, «προτάσει του Δημάρχου επεψηφίσθη πίστωσις 50.000 λιρετών διά την μεγαλοπρεπεστέραν δεξίωσιν της προσεχούς εγκαταστάσεως των Ελληνικών Αρχών». 

Η επάρατη, όμως, ημέρα της 1ης Νοεμβρίου του 1920, μαζί με τον προάγγελο της Μικρασιατικής καταστροφής, συμπαρέσυρε σε οπισθοδρόμηση, μεταξύ των άλλων εθνικών θεμάτων και το Δωδεκανησιακό. Κι έτσι οι Δωδεκανήσιοι έμελλε να γευθούν 638 ολόκληρα χρόνια απάνθρωπης δουλείας από τα οποία 26 από τη διεξαγωγή του Δημοψηφίσματος του 1919. Είκοσι τέσσερα από αυτά υπό  φασιστικό καθεστώς και τα υπόλοιπα χρόνια υπό Αγγλική κατοχή.

Τέτοιες στυγνές συνθήκες δουλείας είχαν προηγηθεί της Απελευθέρωσης των Δωδεκανησίων. Και οι οποίες, εκτός των Εθνικών, πνευματικών καιυλικών στερήσεων, ήταν συνοδευμένες και από τις ανθρώπινες ζωές των πατέρων τους επί γενεές γενεών.