Μία σταγόνα Ιστορίας από την Ιταλική κατοχή στη Ρόδο

Γράφει η  Αμαλία Μουστάκη
Εκπαιδευτικός


Η 7η Απριλίου 1919 δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ιταλικός Στρατός κατοχής στα Δωδεκάνησα (1912-1943) έλαβε βίαια μέτρα για να καταπνίξει τα πατριωτικά αισθήματα των Δωδεκανησίων, οι οποίοι έβλεπαν τις ελπίδες τους για την ειρηνική συνύπαρξη με τους Ιταλούς ως ένα μεταβατικό στάδιο της Ένωσης με την Ελλάδα να διαψεύδονται.

 Ήταν, ομως, η πρώτη φορά που τα μέτρα αυτά έφτασαν στο σημείο της ωμής δολοφονίας δύο ανυπεράσπιστων πολιτών. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της κατοχής, οι ιταλικές αρχές είχαν δώσει διαταγή στα στρατιωτικά τους όργανα να πλήξουν το εθνικό και θρησκευτικό συναίσθημα των ντόπιων κατοίκων.

Όταν την 6η Ιανουαρίου 1913 ο ροδιακός λαός σχεδίαζε, με την ευκαιρία του Αγιασμού των Υδάτων, να εκδηλώσει ειρηνικά τα συναισθήματά του, στον Ιερό Ναό Νεοχωρίου, κρατώντας μικρές ελληνικές σημαίες, ο ιταλικός στρατός επενέβη κλείνοντας τους γύρω δρόμους και εμποδίζοντας τη λιτανεία να προχωρήσει. Πολύ σύντομα, στις 13 Φεβρουαρίου 1913, ο τότε διοικητής Αmeglio κοινοποίησε διαταγή με την οποία απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις και οι πολιτικές διαδηλώσεις καθώς και η ανάρτηση συμβόλων ή εθνικών εμβλημάτων πλην των ιταλικών.

Την επόμενη μέρα απέλυσε τον εκλεγμένο από τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας δήμαρχο Σάββα Παυλίδη. Στην ίδια λογική ιδεολιγκής προπαγάνδας και αφελληνισμού, παρεμποδίζονται οι θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως η περιφορά του Επιταφίου (π.χ. το 1917 όταν επερρίφθησαν ευθύνες στον τότε Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολου ο οποίος παράκουσε την εντολή).

Τα επόμενα χρόνια, οι φυλακίσεις, οι απελάσεις, οι αυθαιρεσίες των Ιταλών στρατιωτών θα συνεχίσουν τόσο στα χωριά όσο και στην πόλη της Ρόδου. Η δημογεροντία του νησιού αποδεκατίζεται και ο κατάλογος απελαθέντων πολιτών όλο και μακραίνει. Κατά τις εκτιμήσεις του συλλόγου Δωδεκανησίων της Αθήνας, τα 2/3 του νησιωτικού πληθυσμού την περίοδο αυτή πέθαναν από την πείνα ή μετανάστευσαν στο εξωτερικό (Πάλλης Αλεξ. “Η Δωδεκάνησος”, Αθήνα, 1918, σ. 12, σημ.3) Και φτάνουμε στο έτος 1919.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1918, είχε υποβάλει στο συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι υπόμνημα στις νικήτριες δυνάμεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Αμερική), στο οποίο επικαλούμενος τη διακήρηξη του Αμερικανού προέδρου Wilson για αυτοδιάθεση, ζητά να συμπεριληφθούν τα Δωδεκάνησα στον εθνικό κορμό.

Τα νέα φτάνουν στο νησιωτικό λαό. Οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να κινητοποιηθούν αν θέλουν να πετύχουν την εθνική τους αποκατάσταση. Συντάσσονται ψηφίσματα, οργανώνονται συλλαλητήρια και προβάλλεται με κάθε τρόπο το αίτημα για ένωση με την Ελλάδα.  Αποκορύφωμα των ενεργειών η διοργάνωση μεγάλου Πανδωδεκανησιακού Συλλαλητηριου για την Ένωση, ανήμερα του Πάσχα, στις 7 Απριλίου του 1919.

Στη Βιλλανόβα της Ρόδου, σημερινό Παραδείσι, λαμβάνουν τότε χώρα τα γεγονότα που έμειναν στην ιστορία ως "Αιματηρόν ή Κόκκινο Πάσχα".

 Ο Απρίλιος του '19 θα είναι η πρώτη φορά που η τρομοκρατία των Ιταλών θα φτάσει στο σημείο να λογχισθούν ψυχρά και εξ επαφής δύο χωρικοί που δεν είχαν άλλη πρόθεση παρά να διατρανώσουν τα εθνικά τους συναισθήματα.

Ο Παπαλουκάς και η Ανθούλα Ζερβού θα ανακηρυχθούν εθνομάρτυρες και η ιστορία τους θα πάρει δημοσιότητα στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, η οποία θα αρχίσει να βλέπει πλέον με συμπάθεια τον Δωδεκανησιακό Αγώνα. Ειδικά για το τέλος της Ανθούλας Ζερβού, θα αφήσω να διηγηθεί τα γεγονότα ο πατέρας μου, Αναστάσιος Μουστάκης, συγγενής εξ αίματος της ηρωίδας, έτσι όπως ο ίδιος τα έμαθε από τον σύζυγό της και αδελφό της γιαγιάς του, Γεώργιο Ζερβό: "Η Ανθούλα Ζερβού, το πρωινό του Πάσχα του 1919 επέστρεφε από το χωράφι της κατευθυνόμενη στην Εκκλησία για να προστατεύσει το μικρότερο από τα παιδιά της, τον δωδεκάχρονο μαθητή Δημήτριο, που μαζί με τους συμμαθητές του συμμετείχε στην εξέγερση φωνάζοντας "Ζήτω η Ελλάς".

Καθοδόν είδε Ιταλό στρατιώτη να χτυπά με το όπλο του μαθητή (σημ. πρόσφατα ανακάλυψα ότι επρόκειτο για τον παππού μου, Γεώργιο Σορωνιάτη) και του φώναξε: "Γιατί βρε μουρτάτη (σημ. αλλόθρησκε) δέρνεις το μικρό παιδί;". Τότε εκείνος την πέταξε κάτω και στριφογύρισε πολλές φορές τη λόγχη του στην καρδιά της. Εκείνη εξέπνευσε μπροστά στα μάτια της Μαριεττούλας Μάη, η οποία επιβεβαίωσε το τραγικό γεγονός (σημ. προγιαγιάς μου, από τη μητέρα μου Μαρίκα Σορωνιάτη).

 Θυμάμαι ακόμη, μικρή, τον πατέρα μου, να διηγείται σε μένα και την αδελφή μου, συγκινημένος, τα γεγονότα και να γράφει στο γραφείο του πατρικού μας σπιτιού τα λόγια που έγραψε για να χαραχθούν στους δύο ανδριάντες που με πρωτοβουλία της τότε κοινοτικής αρχής φιλοτεχνήθηκαν από τον γλύπτη Παπαστεργή από τη Σορωνή στην πλατεία του μικρού μας χωριού, οπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Για τον Παπά Λουκά: Εφονεύθη υπό των Ιταλών κατακτητών την ημέρα του Πάσχα εν έτει 1919. Πρώτον Ιερόν Τίμημα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας για την Ελευθερία των Δωδεκανήσων.  Για την Ανθούλα Ζερβού: Ελογχίσθη υπό των Ιταλών κατακτητών την ημέρα του Πάσχα εν έτει 1919. Φωνήν κατά του τυράννου υψώσασα, την υπερτάτην  θυσίαν κατεδέξατο για την Ελευθερία των Δωδεκανήσων.