Σκοτώθηκαν και τα δυο της κορίτσια στα 23 τους, με τον ίδιο τρόπο, με μηχανή!

Άφησα κάτω το στυλό πολλές φορές, κι ακούμπησα πίσω στην καρέκλα μου για να συλλάβω αυτό που άκουγα. Η μια τραγωδία, πίσω από την άλλη, το ένα χτύπημα πιο δυνατό από το προηγούμενο στη ζωή αυτής της γυναίκας, της Δήμητρας Μαρκοπούλου από τη Ρόδο που στα 49 της χρόνια η μοίρα, ο Θεός ή όπου βάζει κανείς την ευθύνη, τη χτύπησε ανελέητα. 
Είναι φοβισμένο το βλέμμα που με κοιτά και πώς να μην είναι, είναι δεκάδες οι συμπτώσεις  και οι κρίκοι της μυστικής αλυσίδας που ένωσαν θανάτους, χειρουργεία φυλακές,  ορφανοτροφεία. 
Είπα «δεν περιγράφω άλλο…», είπα να σταματήσω ν΄ ακούω, αλλά αυτή η ιστορία πρέπει ν΄ ακουστεί γιατί όμοιά της σπάνια ακούς, κι υπάρχουν καλοί άνθρωποι εκεί έξω- συνήθως είναι άλλοι κι όχι αυτοί που νομίζουμε- αλλά υπάρχουν, κι η κυρία Δήμητρα έχει να μεγαλώσει τα μικρά των νεκρών κοριτσιών της  και κάνει μεροκάματα στα οποία πάει με τα πόδια, και μένει σε ενοίκιο, και τα παιδιά δεν είναι ασφαλισμένα και τα έξοδά τους μεγαλώνουν!

 

Τι σας συνέβη σ’ αυτή τη ζωή, τι είναι αυτά που πάθατε;
Έχασα και τα δυό κορίτσια μου, αυτή εδώ είναι η  μεγάλη μου η Βαγγελίτσα,  κι αυτό το μικρό μου η Μαριέττα. Σκοτώθηκαν και τα δυό στα 23 τους, σε διάστημα  τριών χρόνων και κάτι  η μια από την άλλη, με τον ίδιο τρόπο, τροχαίο με μηχανή. Τώρα κρατάω τα τρία μικρά τους παιδιά και κάνω μεροκάματα να ζήσουμε.

Δύσκολα ξεκίνησε η ζωή σας από την αρχή, από τη γέννα σας ήδη!
Έχασα τη μάνα μου όταν ήμουν 17 μηνών μωρό και η μάνα μου ήταν 23 χρονών. Κάτι έπαθε στη γέννα και δεν συνήλθε. Ήμουν το πρώτο παιδί και το μοναδικό. Με μεγάλωσαν οι γονείς του πατέρα μου. Καλοί άνθρωποι, δεν ζούνε πια. Φτωχικά μεγάλωσα είχαν άλλα πέντε παιδιά στο σπίτι, τους θείους μου, ήμουν το πρώτο εγγόνι. Μετά αρρώστησε ο παππούς, πήγε για νοσηλεία στην Αθήνα και τον ακολούθησε η γιαγιά. Τα πέντε παιδιά παντρεύτηκαν στο μεταξύ, είχαν φύγει από το σπίτι, δεν υπήρχε άνθρωπος να με κρατήσει εμένα. Μπήκα στο Ορφανοτροφείο Θηλέων το 1978-1979.

Κι εκεί δύσκολα περάσατε!
Κακή εμπειρία. Τα παιδιά με πείραζαν, με χτυπούσαν, το έλεγα στο τηλέφωνο στη γιαγιά μου, μου έλεγε να αντιδράσω, αλλά εγώ τίποτα. Έμεινα τρία χρόνια στο Ορφανοτροφείο, ο παππούς πέθανε και η γιαγιά γύρισε και με ξαναπήρε στο σπίτι. Ήθελα να σταματήσω να την επιβαρύνω και στα 17 μου παντρεύτηκα. Το μετάνιωσα σκληρά. Έκανα δύο κορίτσια, την Ευαγγελία και τη Μαριέττα. Η γιαγιά μου πέθανε στα 62 της όταν η Ευαγγελία μου ήταν ενάμιση χρονών. Όταν η Ευαγγελία μου ήταν 11 χρονών και η Μαριέττα 6,5 τα πήρα κι έφυγα απ΄ το σπίτι. Η ζωή μας δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο έτσι. Από εκεί και πέρα τις μεγάλωσα μόνη μου. Παντού δούλεψα. Δούλεψα στο Νοσοκομείο, δούλεψα καθαρίστρια στον Δήμο της Ρόδου έξω στον δρόμο, σε καφετέριες ως καθαρίστρια και ως λαντζιέρα...

Και τα χτυπήματα συνέχισαν να έρχονται το ένα μετά το άλλο.
 Στα 18 της, η μεγάλη μου κόρη παντρεύτηκε. Ήταν έγκυος σε δίδυμα και έπρεπε να μείνει ξάπλα. Άφησα τη δουλειά, μετακόμισα στο σπίτι τους μαζί με τη Μαριέττα μου και ανέλαβα το σπίτι. Δούλευε ο γαμπρός μου, 18 χρονών κι εκείνος, μας είχε σαν οικογένεια. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνθηκα τυχερή που βρήκα αυτόν τον 18χρονο να μας κάνει οικογένεια. Όταν η Βαγγελίτσα μου ήταν πέντε μηνών απέβαλε το ένα παιδί και  μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Κρήτης . Τέσσερις μήνες ήμουν μαζί της. Η Μαριέττα ήταν 12 χρονών, κι είχε μείνει στη Ρόδο. Γι αυτούς τους τέσσερις μήνες  την έβαλα στο Ορφανοτροφείο και την πήρα ξανά στο σπίτι όταν γυρίσαμε. Είχαμε το εγγόνι μου και ήταν πάλι ενωμένη η οικογένεια.

Για πολύ λίγο, δυστυχώς για ενάμιση χρόνο μόνο!
 Ο γαμπρός μου έφυγε απ’ το σπίτι, δεν άντεξε τα οικονομικά βάρη και όλη αυτή την επιβάρυνση. Μείναμε πάλι τρεις γυναίκες μόνες τους,  κι ένα παιδί. Δούλευε η Βαγγελίτσα, εγώ μεροκάματο όπου έβρισκα και έτσι πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια. Η Μαριέττα πήγαινε στο Γυμνάσιο μέχρι που ήρθε η βόμβα στο σπίτι μου. Η Μαριέττα μπήκε φυλακή για κλοπές, είχε μπλέξει κι έκλεβε.

Και ναρκωτικά μαζί;
Όχι, μόνο κλοπές. Κακές παρέες. Έπεσα απ΄ τα σύννεφα. Ήταν 16,5 χρονών, έγινε δικαστήριο κι έφαγε 17 μήνες. Είχα παιδί στις γυναικείες φυλακές ανηλίκων! Η ποινή δεν εξαγοραζόταν γιατί ήταν η δεύτερη φορά που την έπιαναν, κι εγώ δεν το είχα μάθει, δεν μου το είχε πει κανείς. Στις φυλακές τους είπε ότι δεν έχει μάνα. Με κατηγορούσε ότι δούλευα πολύ και μετά ασχολιόμουν με το μωρό, κι όχι μ΄ εκείνην. Βγήκε από τη φυλακή και ζήσαμε πάλι τρεις γυναίκες και το παιδί.


Πώς σκοτώθηκε η Βαγγελίτσα;
Μέναμε στην Κρεμαστή. Δούλευε η Βαγγελίτσα μου εκεί και μία μέρα ήρθε ένας φίλος της να την πάρει για καφέ. Και δεν γύρισε πίσω. Στα φανάρια των Τριαντών, γυναίκα οδηγός παραβίασε το stop, ταυτόχρονα ένας ταξιτζής παραβίασε το... πράσινο δίνοντας προτεραιότητα σε άλλον που είχε κόκκινο για να περάσει και η μηχανή της οποίας η κόρη μου ήταν συνοδηγός,  έπεσε πάνω στο όχημα της γυναίκας που παραβίασε το stop. 

Συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει!
Δύο παρανομίες την ίδια στιγμή που τις πλήρωσε το παιδί μου. Πέρασε πάνω από το αυτοκίνητο και έσκασε με το κεφάλι στο πεζοδρόμιο. Η είδηση με βρήκε στο αυτοκίνητο του γαμπρού μου της μικρής μου κόρης, της Μαριέττας η οποία είχε αρραβωνιαστεί επειδή ήταν έγκυος και ήδη ήταν επτά μηνών.  Ήλπιζα ότι θα γινόταν ένα θαύμα, ότι θα σωνόταν το κορίτσι μου, αλλά δεν έγινε. Είκοσι μέρες η Βαγγελίτσα μου ήταν στην Εντατική του νοσοκομείου και δεν βρήκε ποτέ τις αισθήσεις της. 

Ο οδηγός της μηχανής;
Έπαθε σοκ, όχι κάτι άλλο. 

Και η ζωή των υπολοίπων, συνεχίστηκε. Για λίγο!
Δεν είχα  το κουράγιο να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, δούλευα περιστασιακά για να ζήσουμε. Την ημέρα που ήταν τα 40 της Βαγγελίτσας, γέννησε η Μαριέττα. Δεν χάρηκα. Έμενα μόνη μου, πότε φιλοξενούμενη εδώ, πότε εκεί, μέχρι που από έναν κοινό γνωστό γνώρισα την κ. Μαριάννα Κολώνα. Μ΄ έβαλε να μείνω σ’ ένα δωμάτιο στο ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ, κι έμεινα εκεί επτά μήνες,  παίρνοντας φαγητό από το συσσίτιο. Με βοήθησε χωρίς να με ξέρει, μου φέρθηκε καλά. Έφυγα από εκεί όταν έκλεισε το κτήριο, αλλά όλα τα κορίτσια και τ’ αγόρια που δούλευαν  εκεί, οδηγοί, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, μάζεψαν λεφτά και μου έδωσαν και νοίκιασα σπίτι.  Άρχισα να γίνομαι καλύτερα γιατί όλο αυτό το διάστημα με βοήθησαν και οι ψυχολόγοι του Κέντρου, κι έτσι βρήκα τη δύναμη να βρω δουλειά. Όχι για πολύ. Η Μαριέττα είχε μείνει ξανά έγκυος. Μου έφερε το μεγάλο παιδί να το κρατήσω για ένα Σαββατοκύριακο και σιγά-σιγά μου το άφησε μέχρι που γέννησε και τότε πήρε το μεγάλο και μου έδωσε το μωρό. Το μωρό, το κοριτσάκι,  είχε πρόβλημα με την καρδούλα του. Όταν το μωρό έγινε έξι μηνών η Μαριέττα χώρισε και ήρθε να μείνει σ΄ εμένα μαζί και με τα δυό παιδιά. Βρήκαμε πιο μεγάλο σπίτι, κι όχι το δωμάτιο που έμενα εγώ, κι έκανα μεροκάματα.

Μέχρι που κι η Μαριέττα σκοτώθηκε.
Δυόμιση χρόνια μείναμε μαζί μέχρι που σκοτώθηκε. Στα 23 της κι η Μαριέττα μου. Στο ενδιάμεσο όμως τα ξαναβρήκε με τον άντρα της, για ενάμιση μήνα, κι έμεινε έγκυος το τρίτο παιδί. Το γέννησε πρόωρα και την ημέρα που το παιδί χρόνιζε, στις 15 Αυγούστου που γιόρταζε και η Μαριέττα μου, της Παναγίας, σκοτώθηκε. Πήγε να μιλήσει για μία δουλειά, θα ‘πιανε δουλειά, την πήγε με τη μηχανή ένας οικογενειακός μας φίλος, την πήρε τη δουλειά, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «μαμά, έπιασα δουλειά, θα ρθούμε στο σπίτι μαζί με μπύρες να το γιορτάσουμε, αφού πρώτα πάμε να πάρουμε τα εισπνεόμενα του...»...  Πέρασαν από το σπίτι του, πήραν τα εισπνεόμενα που έκανε εκείνος και στην επιστροφή τους για να ‘ρθουν  σ’ εμένα, έξω από το Νοσοκομείο, έσπασε το λάστιχο από το μηχανάκι, έπεσαν  και η Μαριέττα μου έμεινε εκεί.

Ο οδηγός της μηχανής;
Τίποτα.

Πώς το μάθατε;
Τους έπαιρνα τηλέφωνο από τις 12 τη νύχτα που είδα ότι άργησαν, δεν απαντούσε κανείς. Στις τέσσερις τα ξημερώματα με πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο και μου είπαν «έλα, στο νοσοκομείο, χτύπησε η Μαριέττα...»! «Τους λέω, πώς να φύγω από το σπίτι έχω τρία μωρά μόνα τους, χτύπησε πολύ;...».  Μου είπανε «ναι». Μέχρι να κλείσω το τηλέφωνο χτύπησε η πόρτα. Πήγα άνοιξα ήταν ο αδελφός μου. Μου είπε «σκοτώθηκε και η Μαριέττα...».

Μα, δεν είπατε ότι η μητέρα σας γέννησε εσάς, το μοναδικό  παιδί και πέθανε;
Εννιά αδέλφια έχω. Ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε, σύνολο τέσσερις φορές και έκανε άλλα εννιά παιδιά.

Τι κάνατε;
Ένας άνθρωπος που έχει τρία μωρά στα χέρια του δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, Ροδούλα. Κάνει τον κλόουν. Δεν πένθησα, δεν μπόρεσα να πενθήσω. Ούτε στη μεγάλη μου κόρη πένθησα, είχα τη Μαριέττα έγκυο κι έπρεπε να κάνω κουράγιο. Ο άντρας της Βαγγελίτσας μου αμέσως μετά το σκοτωμό της, μου πήρε το παιδί και το έχει σ’ άλλο μέρος, μαζί του. Το παιδί που μεγάλωνα εγώ το ‘χασα αμέσως. Κι η Μαριέττα μου ήταν έγκυος τότε, κι είχε μεγάλη αδυναμία στην αδελφή της που σκοτώθηκε, κι εγώ έπρεπε να κάνω τον κλόουν. Το παιδί της Βαγγελίτσας μου είναι 14 χρονών σήμερα, και το βλέπω στο Facebook κρυφά, από τις φωτογραφίες του. 

Και οι συμπτώσεις και τα χτυπήματα συνεχίστηκαν.
Την ημέρα που ήταν το σαρανταήμερο της Μαριέττας μου ήταν προγραμματισμένο κι έγινε στο ΙΑΣΩ το χειρουργείο του μωρού της. Δεκαεπτά ώρες  χειρουργείο καρδιά και πνεύμονες. Είχε συγκεντρώσει λεφτά ο κόσμος, οι Ροδίτες έκαναν event στο «Όλα Ελληνικά». Είχαν σκοτωθεί τα δύο κορίτσια μου κι έκλαιγα, είχα χάσει από κοντά μου το μεγάλο μου εγγονό και δεν ήξερα γιατί κλαίω. Για τα χαμένα παιδιά, για εκείνο το βρέφος που πάλευε για τη ζωή του και τα κατάφερε τελικά ή για τα δύο άλλα που η ζωή από εδώ και πέρα δεν τους υποσχόταν τίποτα. Το μωρό εκείνο είναι σήμερα πέντε χρονών, η Μαριέττα μου είναι τέσσερα χρόνια πεθαμένη και η Βαγγελίτσα  οκτώ  χρόνια πεθαμένη. Η Μαριέττα μου είχε προαίσθημα, το έλεγε ότι θα πάει στην αδελφή της, της είχε τρελή αδυναμία. Σε ανύποπτο χρόνο είπε σε φίλη της «πρόσεχε τη μάνα μου, εγώ θα πεθάνω, θα πάω στην αδελφή μου...».

Τι σκέφτεστε μετά απ΄ όλα αυτά, τι όνειρα βλέπετε τα βράδια;
Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ. Είναι μια περίληψη της ζωής μου αυτά που σου είπα, δεν είναι όλα.  Έχω τρία παιδιά που τα μοιράζομαι με την άλλη γιαγιά γιατί πρέπει να δουλέψω για να ζήσουμε και να πληρώσω και το ενοίκιο και τα έξοδα των παιδιών που μεγαλώνουν. Είναι ανασφάλιστα τα παιδιά, δεν μπορώ να τα πάω σε γιατρό,  κι είναι πέντε χρονών, έξι χρονών και οκτώ χρονών. Όταν η άλλη γιαγιά μπήκε για ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο είχα τα παιδιά και δεν μπορούσα να δουλέψω και το ενοίκιο μου το πλήρωσε η Μαρία Κρικοπούλου, αυτός ο άγγελος για τη δική μου ζωή  που για μένα στέκεται σαν αδελφή και παραπάνω  από τότε που σκοτώθηκε η Μαριέττα μου μέχρι σήμερα. Τρόφιμα και ρουχισμό μου δίνει η Ομάδα Ρόδος Ανθρώπινη Ζωή που είναι πάντα δίπλα μου.

Τα στερηθήκατε όλα σ΄ αυτή τη ζωή!
Τα πάντα στερήθηκα. Τη μάνα μου στερήθηκα, το να έχω έστω και μια μικρή οικονομική δυνατότητα στη ζωή μου κάποια στιγμή στερήθηκα, ο λόγος που παντρεύτηκα ήταν για να φύγω απ’ το σπίτι και το πλήρωσα. Δεν ένιωσα να μ’ αγαπούν ποτέ Ροδούλα, κανείς. Δεν ήθελα υλικά, αλλά δεν πήρα ούτε ψυχικά. Τώρα μ’  αγαπάει ο εγγονός μου, ο 8χρονος, αυτός μ’ αγαπάει αληθινά. Μου λέει «είσαι η Θεά μου, η πριγκίπισσά μου, το λουλούδι της καρδιάς μου...». Όταν τον ακούω να το λέει δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.

Τώρα πώς ζείτε;
Μεροκάματα κάνω. Πάω και καθαρίζω τα γραφεία μιας μεγάλης εταιρείας τουρισμού που είναι στο Τσαΐρι και τα σπίτια των υπαλλήλων της ή τα λεωφορεία τους, όλα τα παιδιά με αγαπάνε. Με τα πόδια πάω παντού. Και παίρνω και το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, 100 ευρώ το μήνα. Αν δεν ήταν ο κόσμος και το Κοινωνικό Παντοπωλείο της Περιφέρειας...

Σκέφτεστε το «γιατί», σας τρώει το «γιατί»  αυτό;
Ας βρισκόταν κάποιος να μου πει το γιατί. Να μου πει «έκανες αυτό και το πληρώνεις τώρα...»! Κι άντε, να το πληρώσω εγώ, τα κορίτσια μου γιατί;

Το τηλέφωνο  της κ. Δήμητρας Μαρκοπούλου: 6944733913