Νίκος Μιχαλάκης: «Αυτή τη στιγμή στη Ρόδο πνίγομαι στη δουλειά»!

Ζωή πολυτάραχη, με τα πάνω και τα κάτω της,  με μεγάλες επιτυχίες, με πάθη και λάθη, με προβλήματα υγείας στην οικογένεια, αλλά ο Νίκος Μιχαλάκης είναι όρθιος, κι ορθός! Από πάμφτωχος μικρός που έπαιζε στον τζόγο όσα χρήματα κέρδιζε, έγινε ο επιτυχημένος έμπορος με τους τζίρους και την περιουσία που λίγοι μπορούν να παρουσιάσουν.
Ό,τι έπιανε το μεταμόρφωνε, ό,τι σκεφτόταν το  έβαζε σε εφαρμογή χωρίς να υπολογίζει ώρες δουλειάς και χωρίς να το βάζει κάτω όταν η ζωή του έδινε μαθήματα. Με τα μαθήματα αυτά πορεύτηκε, δυνάμωσε και ένα μάθημα ζωής μεγάλο, για τη δύναμη της θέλησης, δίνει και σήμερα. Τόσο απλός και άμεσος, αλλά με τόση δημιουργία πίσω του, με περιμένει ενώ πνίγεται στη δουλειά, κι οι επιχειρήσεις του αυγατίζουν τόσο που τη μία απ’ αυτές θέλει να την κλείσει επειδή δεν μπορεί να αντεπεξέλθει!
Τώρα που όλοι παραπονιόμαστε, ας δούμε πώς είναι να πηγαίνεις καλά με ατέλειωτες ώρες δουλειάς και ένα μυαλό που δουλεύει ξυράφι.
 Κυρίες και κύριοι, ο κ. Νίκος Μιχαλάκης!

 

Η οικογένειά σας ήταν πολύ φτωχή, αλλά εσείς φέρατε  μεγάλη ανάπτυξη!
Με ξέρει όλη η Δωδεκάνησος, 40 χρόνια τώρα από τότε που γύρισα από τη Γερμανία, αλλά και από το 1958 που ξεκίνησα στη Ρόδο. Κατάγομαι από τα Πλατάνια, οκτώ παιδιά, είμαι ο τελευταίος. Μας δώσανε σπίτι το 1952 στα Λαϊκά του Ορφέα, στη Θεμιστοκλή Σοφούλη.  Όταν με γέννησε η μάνα μου, το όγδοο παιδί και είχε κάνει και άλλες τρεις γέννες ακόμα, αρρώστησε. Ήταν το 1949 και την πήγανε στην Αθήνα για νοσηλεία. Πήγε κι ο πατέρας μου μαζί και χρειάστηκε να μείνουν τρία χρόνια. Με μεγάλωσε η αδελφή μου. Ο γιος της, ο ανιψιός μου δηλαδή, ήτανε ενάμιση χρόνο  μεγαλύτερος από εμένα. 

Φύγατε μετανάστης, μικρός.
Πριν κλείσω τα 16 μου, πήγα στη Γερμανία, με πρόσκληση που μου έκανε ο πατέρας μου που ήταν ήδη εκεί, μετανάστης-εργάτης. Δούλεψα σε βυρσοδεψείο. Το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής μου. Έμαθα την αξία του ιδρώματα μου, του κόπου μου. Έμενα σ΄ ένα δωμάτιο, με άλλους επτά, αυτό που λέει το τραγούδι «οκτώ νομά σ’ ένα δωμά...», το ένα κρεβάτι πάνω απ’ τ’ άλλο και στον κάτω χώρο είχε γαϊδούρια, κι άλογα με τις μυρωδιές τους που ανακατεύονταν με τις μυρωδιές του βυρσοδεψείου. Εκείνος ο πρώτος χειμώνας ήταν ο βαρύτερος των τελευταίων 20 χρόνων. Είχα φύγει από τη Ρόδο με σαγιονάρες δεμένες με το τέλι. Κι όταν έριχνε χιόνι τα βράδια, η τουαλέτα ήταν έξω από το δωμάτιο και πήγαινα με τη σαγιονάρα. Τα είχα κάνει όμως θάλασσα στη Ρόδο, κι έπρεπε να φύγω. Έφυγα εγώ για Γερμανία και μία αδελφή μου νύφη στην Αυστραλία.

Ήσασταν μόλις 16 ετών και προλάβατε να τα κάνετε θάλασσα στη Ρόδο;
Το 1958 έπιασα δουλειά στο περίπτερο, πίσω από το Ταχυδρομείο, εκεί που είναι τώρα το παρκάκι, είχε περίπτερο. Βοηθός περιπτέρου, όσο για να μένω στο σπίτι της αφεντικίνας μου γιατί το δικό μας δεν είχε χώρο. Βούλα Καλιγά λεγόταν, καλός άνθρωπος, μ’ έβαλε και κοιμόμουνα σ’ ένα ράντζο. Πήγαινα στο σχολείο και ή πήγαινα ή δεν πήγαινα το ίδιο ήταν, δεν διάβαζα τίποτα, αλλά ήμουν έξυπνος τα πιανα από την παράδοση. Το 1958, εννιά χρονών έπαιρνα 10 δραχμές την εβδομάδα. Από τα 7 μου χρόνια όμως, κι ενώ μέναμε ακόμα στα Πλατάνια έφτιαξα αυτοσχέδια τράπουλα από το χαρτόνι που είχε ανάμεσα στα κουτιά του Νουνού και τα ζωγράφισα κιόλας για να γίνουν χαρτιά της τράπουλας της κανονικής. Όταν το 1958 γυρίσαμε στη Ρόδο είχα τράπουλα στην τσέπη. Τα πρώτα λεφτά του περιπτέρου τα έβαζα μέσα σ’ ένα βιβλιάριο, αλλά κάποια στιγμή τα παιξα όλα στα χαρτιά. Έντεκα χρονών έπαιζα πόκα. Ήταν ο γνωστός Κήρυκας,  Θεός συγχωρέστον τον Γιώργο, που είχε τρεις κουλοχέρηδες από το Λας Βέγκας και πήγαινα κι εκεί.


Μέσα στον τζόγο από παιδί δηλαδή!
Έμοιασα στο θείο μου, αδελφό του πατέρα μου ο οποίος το 1922 έφυγε στην Αμερική. Μου ‘δωσε το όνομά του: Νίκος. Έπαιζε πολύ όλη του τη ζωή και δεν ξανάρθε ποτέ στη Ρόδο, πέθανε με τα χαρτιά στα χέρια. Νικ δε Γκρηκ!  Ρωτούσαμε γι’ αυτόν. Ο πατέρας μου πέθανε στα 90 του και μέχρι το τέλος  μου έλεγε: «Σου ‘δωσα το όνομα, επήρες και τη χάρη». Είναι αρρώστια ο τζόγος. Μέχρι λαχειοπώλης έχω γίνει στη ζωή μου τότε παιδί πριν φύγω ακόμα, αγόραζα ομόλογα της εποχής. Το 1964 ενώ πουλούσα λαχεία, μου μείνανε 850 δραχμές σε λαχεία που το καθένα έκανε 5 δραχμές. Κέρδισα απ’ αυτά 8.000 δραχμές. Πήρα αμέσως ταξί, από ‘κείνα τα αμερικάνικα τα μεγάλα και του είπα να με πάει στα Λαϊκά, να με δει η μάνα μου, να κάνω εφέ. Από εκείνα τα λεφτά έδωσα 3.500 δραχμές, κι έφτιαξα ένα δωμάτιο έξω στην αυλή, κι έμενα μόνος μου. Όταν ήρθε μια φορά ο πατέρας μου από τη Γερμανία, εγώ ήμουν εξαφανισμένος τρεις μέρες και χαρτόπαιζα. Εμφανίζομαι, μου λέει «έτσι θα ζήσεις...»; Λέω «εγώ θα πάω στα καράβια...»! Να το ξεχάσεις μου λέει αυτό.  Έφυγε, μου έκανε πρόσκληση να πάω εκεί για να σωθώ, κι όταν και στο δωμάτιο που έμενα κατάλαβα ότι υπήρχε «ωράριο χαρτοπαιξίας», είπα «δεν υπάρχει σωτηρία...». Την αρρώστια μου όμως αυτή με τον τζόγο κατάφερα να τη μεταφέρω στη δουλειά μου, στο εμπόριο.

Τι κάνατε δηλαδή και τα καταφέρατε τόσο καλά;
Έκανα ανορθόδοξο εμπόριο, άρχισα να πουλάω αυτά που δεν πουλούσαν οι άλλοι. Αλλά, αυτά είναι πταίσματα που σου λέω. Όμως αλκοόλ ήπια πρώτη φορά στα 35 μου και δεν κάπνισα ποτέ μου. Ήμουνα έξυπνος.

Δούλευε το μυαλό σας, από μικρός!
Από μικρό παιδάκι στα Πλατάνια, το 1956 ήξερα πού γεννούσανε όλες οι κότες και όποιες γεννούσαν στους ασχινούς, έβρισκα τ’ αυγά και τα πουλούσα. Έκανα χίλιες δυό δουλειές. Πουλούσα φιστίκια, φύλαγα τα ποδήλατα των Αμερικάνων, έμπαινα στα γήπεδα κι έβλεπα τους αγώνες πουλώντας πορτοκαλάδες, πασατέμπο και στο τέλος τις εφημερίδες που έβαζαν για να κάτσουν στο τσιμέντο πάνω στις κερκίδες, τις μάζευα και τις έκανα επιστροφή στο περίπτερο που δούλευα... Εγώ έγινα πλούσιος από τη μάνα μου. Επτά χρονών όταν ήμουν η μάνα μου, μου φόρτωνε στο γάιδαρο τα φασολάκια που φύτευε ο πατέρας μου και πήγαινα στην Ελεούσα και τα πουλούσα, μισή δραχμή το κιλό. Και μου ‘λεγε «μάθε τέχνη για να ζήσεις και εμπόριο για να πλουτίσεις»... Μάζευα τις μπόμπες και τα κράνη των Ιταλών από τ’ Απόλλωνα και περίμενα τον Κατσίκα, με το όνομα, να ‘ρθει στο χωριό ν’ αγοράσει τον μπρούτζο. Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα λεφτά. Είναι αυτός που έχει την υγειά του και ζει μ’ αυτά που έχει. Από τότε εγώ ήμουν πλούσιος. Η μάνα μας στο σπίτι μας, δεν επέτρεπε να πούμε τη λέξη «κακομοίρης»!  Ήτανε αγράμματη γυναίκα, αλλά είχε αυτή τη λαϊκή σοφία. Δεν αγάπησα ποτέ τα λεφτά, δεν είχα ποτέ ρολόι ούτε ξέρω τι μέρα είναι σήμερα. Κοιτούσα πάντα μπροστά και πήγαινα όπου με πήγαινε το ποτάμι. Αν πας κόντρα στο ποτάμι, θα σε πνίξει. 

Τη γυναίκα σας την παντρευτήκατε μέσα σε 15 μέρες και πετύχατε! Γιατί το κάνατε όμως αυτό;
Τη γυναίκα μου την πήρα σε 15 μέρες. Γνωριμία, αρραβώνας, γάμος και την πήρα και μαζί μου φεύγοντας. Όλα αυτά σε 15 μέρες για να μην προλάβουν και ρωτήσουν και μάθουν οι δικοί της από τη γειτονιά μου, τα Λαϊκά, ποιος ήμουνα. Θα τους λέγανε «αλήτης». Είχα γυρίσει στη Ρόδο το 1968 επειδή με απέλασαν από τη Γερμανία. Είχα βγάλει ψεύτικη φοιτητική ταυτότητα για να πηγαίνω στα στέκια που πήγαιναν κι οι φοιτητές και γνώρισα μια κοπέλα που ήταν 16 ετών κι εγώ 19, αλλά δεν το ήξερα ότι ήταν 16 και την έψαχναν οι δικοί της. Με απέλασαν. Όταν γύρισα είχα τόσο μακριά μαλλιά όπως βλέπεις στη φωτογραφία που δεν τα είχε κανένας στη Ρόδο. Υπήρχε ένας εισαγγελέας, ονόματι Φλώρος που κρατούσε ένα ψαλίδι στην τσέπη και το 1968, επί χούντας, το ‘βγαζε μέσα στο δρόμο και σου ‘κανε ψαλιδιά. Ήταν ο νόμος περί τεντιμποϊσμού. Γι’ αυτό την πήρα κι έφυγα.

Βάλατε στόχους όμως, θέλατε να κάνετε χρήματα!
Ένας από την Κοζάνη όταν ήμουνα 24 χρονών, μου έκανε ένα καλό. Του ζήτησα 20 μάρκα για ‘ αγοράσω κάτι να φάω. Εγώ που το προηγούμενο διάστημα του είχα δώσει τόσα λεφτά, που σπαταλούσα χωρίς να σκέφτομαι, που τους  βοηθούσα όλους, κι αυτόν τον ίδιο μάλιστα του είχα κάνει πρόσκληση εγώ να έρθει στη Γερμανία και τον είχα φιλοξενήσει και το πρώτο διάστημα. Κι εκείνος δεν μου έδωσε τα 20 μάρκα για να φάω, γιατί μου είπε ότι μόλις έβγαλε λεφτά από την τράπεζα, αλλά ήταν μόνον για εκείνον και δεν μπορούσε να ξαναπάει στην τράπεζα να βγάλει. Και ήτανε λίγα μέτρα η τράπεζα! Μου έγινε μάθημα! Μέχρι τότε σπαταλούσα σε όλους και μετά απ’ αυτό έκανα στροφή είπα «τώρα θα δουλεύω για τον εαυτό μου». Κι έκανα πολλά τότε στη Γερμανία. Σε πήγαινα στο σούπερ μάρκετ, σε περίμενα, σε βοηθούσα, σ’ έφερνα στο σπίτι, μου ‘δινες 10 μάρκα. Πήγαινα και μάζευα από τις μεγάλες χωματερές ψυγεία, κουζίνες και τα πούλαγα. Αξιοποιούσα τα σκουπίδια των άλλων. Εγώ, αυτό το πουκάμισο που φοράω τώρα μπορώ να το φοράω 10 χρόνια και μετά να το πουλήσω. Μου λένε τα παιδιά μου «μπαμπά, πώς θα το πουλήσεις;». Εγώ θα το πουλήσω.

Συνεχίζετε να είστε πολύ ψηλά, παρά τις δύσκολες εποχές!
Το 1976 ήρθα χωρίς λεφτά στην Ελλάδα, τ’ άφησα εκεί επειδή έκανα εισαγωγές και σκεφτόμουν ότι έτσι έπρεπε να κάνω. Τα λεφτά έμειναν έξω τελικά. Είχα επαφές μ’ έναν Εβραίο στη Γερμανία που με συμβούλευε. Μεγάλος δάσκαλος. Ήρθα, κι έψαχνα να δω στη Ρόδο τι θα κάνω. Έκανα την πρώτη εισαγωγή με ρολόγια, δεν πήγα καλά. Μετά μαχαιροπίρουνα, μετά δερμάτινα, ρούχα, παπούτσια, ό,τι έβρισκα πουλούσα.  Ξεκίνησα το 1976, κι έγινα «ο Μιχαλάκης». Είχα τρομερή ανάπτυξη. Αυτή τη στιγμή πνίγομαι στη δουλειά. Κλείνω μαγαζί επειδή δεν μπορώ να αντεπεξέλθω. Ξέρετε τι ώρα ήμουνα στο μαγαζί σήμερα το πρωί; Στις 04:30. Μετά από τόση ανάπτυξη των επιχειρήσεών μου, αν με ρωτήσει κάποιος «τι δουλειά κάνεις...», θα πω «έμπορος». «Τι γράμματα ξέρεις;»,  «Δεν ξέρω γράμματα...»