Προαθλητικός καρδιακός έλεγχος και αιφνίδιος καρδιακός θάνατος σε νέους αθλητές!

Μια από τις σημαντικότερες, κατά ορισμένους, μελέτες όλων των εποχών στο χώρο της αθλητικής καρδιολογίας, η οποία δημοσιεύθηκε σε ένα από τα εγκυρότερα ιατρικά περιοδικά (New England Journal of Medicine), προερχόμενη από το πλέον εξειδικευμένο στο αντικείμενο κέντρο παγκοσμίως (St. George’s University of London, UΚ), στο οποίο είχαμε και εμείς την τιμή να εξειδικευθούμε στην Καρδιολογία του αθλητισμού, φέρνει νέα στοιχεία, αλλά δημιουργεί και νέα ερωτηματικά.

Η μελέτη προκύπτει από την εξέταση 11.000 περίπου ποδοσφαιριστών (μέση ηλικία 16.4 έτη) από τη Μεγάλη Βρετανία (English Football Association) από το 1996 έως το 2017. Πρόκειται για την πλέον αξιόπιστη μεθοδολογικά καταγραφή σχετικά με τον προαθλητικό καρδιολογικό έλεγχο και τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο νέων αθλητών. Ανάμεσα στα βασικά μηνύματα που προκύπτουν από τη μελέτη είναι:

Η επίπτωση του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου είναι 6.8 /100.000 αθλητές, αριθμός αρκετά μεγαλύτερος (έως και τρεις φορές) σε σχέση με προηγούμενες αναφορές (1/50.000 ή 1/200.000).

Από τους 42 (0.38% των ελεγχθέντων) αθλητές που βρέθηκαν να πάσχουν από σοβαρές παθήσεις, μόνο 3 είχαν προηγούμενα συμπτώματα, δε θα είχαν διαγνωσθεί δηλαδή αν δεν είχαν ελεγχθεί. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν την αθλητική δραστηριότητα μετά από κατάλληλη αντιμετώπιση του ιατρικού προβλήματος.

Στην περίοδο παρακολούθησης καταγράφηκαν 8 καρδιακοί θάνατοι σε αθλητές, οι 6 από τους οποίους είχαν απόλυτα φυσιολογικά αποτελέσματα στον έλεγχο, ο οποίος, αξιοσημείωτα, διενεργήθηκε από τους πλέον εξειδικευμένους καρδιολόγους.

Αυτό το τελευταίο σημείο είναι ίσως εκείνο που κεντρίζει την επιστημονική διαμάχη. Έτσι, στη Βρετανία, όπου η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έχει καθιερώσει υποχρεωτικό καρδιολογικό έλεγχο, εξετάζεται η εφαρμογή επιπρόσθετων διαχρονικά ελέγχων (ανά διετία πιθανότατα) καθώς, όπως ενδεχομένως προκύπτει από τη μελέτη, κάποια σοβαρά καρδιακά προβλήματα μπορεί να εμφανισθούν σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία, άρα μπορεί να ξεφύγουν από τον αρχικό έλεγχο.

Απεναντίας, από τις ΗΠΑ, όπου το ηλεκτροκαρδιογράφημα δεν αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο στον προαγωνιστικό έλεγχο, διατυπώνεται η άποψη ότι τα περιστατικά αιφνίδιου καρδιακού θανάτου στους αθλητές δε μπορούν να προληφθούν, ακόμα και με τον πλέον εξονυχιστικό έλεγχο.

Οι θιασώτες αυτής της αντίληψης υποστηρίζουν ότι η άθληση δε φαίνεται να είναι επικινδυνότερη από την οδήγηση σε ό,τι αφορά την επίπτωση του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, άρα δεν είναι απαραίτητος ο προτεινόμενος έλεγχος που περιλαμβάνει ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Η θέση ότι οποιονδήποτε καρδιακό έλεγχο και να εφαρμόσουμε θα υπάρχουν κάποια περιστατικά που θα ξεφύγουν, έχει δυστυχώς κάποιο βαθμό αλήθειας και αυτό είναι ευρύτερα αποδεκτό. Οι απαιτούμενες δράσεις όμως για τη μείωση αυτού του φαινομένου συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο διχογνωμίας.

Προσωπικά, συντασσόμαστε με το σχόλιο του Καθηγητή Sanjay Sarma, καθοδηγητή της συγκεκριμένης ερευνητικής ομάδας, ο οποίος, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει ότι «δεν υπάρχει τίποτε το φυσιολογικό και αποδεκτό γύρω από τον αιφνίδιο θάνατο ενός 16χρονου».

Αν ένας μόνο έλεγχος δεν είναι αρκετός για να αποτρέψει ανάλογα περιστατικά, η ιατρική έρευνα οφείλει να καθορίσει το βέλτιστο διαγνωστικό σενάριο, το οποίο θα συμβάλλει στο σημαντικό περιορισμό (αν η πλήρης εξάλειψη δεν είναι ρεαλιστικά εφικτή) τέτοιων δραματικών συμβάντων, χωρίς να παραγνωρίζει την έννοια του κόστους και την επίπτωσή του στο σύνολο των υπηρεσιών υγείας σε μια κοινωνία.

Οι περισσότεροι σχολιαστές της μελέτης επισημαίνουν επίσης το ρόλο των εξειδικευμένων στο συγκεκριμένο θέμα ιατρών, οι οποίοι ενδεχομένως, μπορεί να μειώσουν, όχι μόνο το ποσοστό των σοβαρών παθήσεων που μπορεί να ξεφύγουν χωρίς διάγνωση, αλλά και τους περιττούς αποκλεισμούς από τα σπορ υγιών αθλητών λόγω εσφαλμένης αξιολόγησης των ιατρικών δεδομένων.