Θανάσης Τσιβγάς,  ο καλόγερος της Καρπάθου

Του Μανώλη Δημελλά στο karpathianrevolution.gr

Ένα κομμάτι γης μπορεί να αγαπηθεί τόσο, ώστε να πάρει τη θέση της πραγματικής πατρίδας;

Απαντήσεις και θεωρίες κρύβουμε όλοι πίσω και στο βάθος της γλώσσα, είμαστε έτοιμοι να πεταχτούμε και να πείσουμε, να  όμως που η αλήθεια της ψυχής-πατρίδας είναι πάντοτε αμείλικτη.

“Άνθρωπο θωρείς, μα τη καρδιά δε τη γνωρίζεις”, σκέψου λοιπόν ένας  άγνωστος, που λίγο πριν ίσως έστεκε κάπου πλάι, να είναι ένας σιωπηλός μετανάστης, σαν τον Θανάση Τσιβγά, εκείνον τον πολυτάλαντο Ίμβριο καλό(γ)ερο της Κάσο-Καρπάθου.

Κάποτε λοιπόν, λίγα χρόνια πριν τον 20Ό αιώνα, τότε που τα νέα ήταν αργοκίνητα και μοιάζαν να ταξιδεύουν καβάλα με τον άνεμο, υπήρχε  ένας όμορφος πιτσιρικάς με κοντά παντελόνια, ο Θανάσης Τσιβγάς. Αυτό το παιδί ανέβηκε σε ένα ιστιοφόρο από την Ίμβρο, με ένα μπογαλάκι, δυο-τρία ρουχαλάκια, όλη κι όλη η περιουσία του, και ταξίδεψε για το Άγιο Όρος.

Τα οικογενειακά του προβλήματα πολύ πιο μεγάλα από το μπόι του, όμως το παιδί, όπως όλα τα παιδιά, εντελώς αθώο, δεν μπορούσε να βάλει με το νου του τα μονίμως ανάποδα πλαναρίσματα της  μοίρας.

Όλα γινήκαν αλλιώς μόλις έχασε τη μάνα του, έτσι ο ίδιος αλλά και τα αδέρφια του, ξόμειναν αναγκαστικά πάνω σε φτωχικές ξένες αγκαλιές. Όμως δεν είναι τα συναισθήματα, αυτά καταπίνονται για να γίνουν κάποτε τρανές θηλιές ψυχής, το πρόβλημα είναι το αδειανό τσουκάλι, η κοιλιά, που πρέπει η ριμάδα να γεμίσει.

Η λύση για τον Θανάση ήταν να γίνει καλό(γ)ερος, γιατί όχι και παπάς; Αν τα κατάφερνε θα έλυνε τους κόμπους που έδεναν την πικρή ζωή του. Ξενιτεύεται στο Άγιο Όρος, εκεί ο μικρός ρουφά τη γνώση, δεν είναι μόνο η φανερή εξυπνάδα ετούτου του πιτσιρικά, είναι φορτωμένος Θεϊκά δώρα στα χέρια, ακριβώς πάνω στα δάχτυλά του.

Το ξεκίνημα στα γράμματα έγινε με τις θεολογικές γνώσεις, όμως δεν σταμάτησε εκεί, μαθαίνει να ξεχωρίζει τα φυτά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, διδάσκεται στη παρασκευή φαρμάκων και θεραπειών, όλα κατευθείαν από την άφθαρτη μάνα μας, τη φύση.

Δεν γνωρίζουμε πόσα χρόνια παρέμεινε, ούτε και σε ποια μονή του Αγίου Όρους, όμως από εκεί βγαίνει λίγο πριν την ενηλικίωση, με αποστολή να ταξιδέψει για τα Δωδεκάνησα, την Κάσο και την Κάρπαθο, για να αναλάβει και να αγιογραφήσει τους ναούς των δύο νησιών.

Η αρχιεπισκοπή της Καρπάθου ανασυστάθηκε το 1562 και προήχθει σε Μητρόπολη το 1865, μόλις τρεις δεκαετίες πριν το ταξίδι του Τσιβγά.

Δεν είναι η πρώτη φορά που φτάνει στην Κάρπαθο ένας απεσταλμένος καλλιτέχνης αγιογράφος. Ο Πάτμιος Αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος Γριμάνης, παλαιότερα είχε στείλει στο νησί τον Κρητικό Αγιογράφο Νικήτα Σέπη. Εκείνος, μεταξύ άλλων, ζωγράφισε και τον Χριστό του Δεσποτικού θρόνου, στην κεντρική εκκλησία των Μενετών.
Ψηλός και ευθυτενής, ο όμορφος και ταλαντούχος Ίμβριος νέος που έφτασε στην Κάρπαθο, αυτός ο καλόγερος, ήταν ήδη ένας εξαίρετος ψάλτης.

Όσο για την καθημερινότητα, έδινε φτερά στο βιολί του, για να μαγεύει με τους ήχους του, και να ξεμυαλίζει τους ήδη μυημένους Καρπάθιους, από τη φωνή της λύρας και της τσαμπούνας.

Συμπεραίνουμε από τους άγνωστους συγγενείς, που αναζητούσε με πάθος ακόμη και μέχρι και το θάνατό του, ότι η ιστορία του Θανάση ξεκινά από το χωριό Άγιοι Θεόδωροι της Ίμβρου (σήμερα Zeytinli köyü =Ελαιοχώρι ή Ελαιώνας μεταφρασμένο από τα Τούρκικα).

Διάλεξε και εγκαταστάθηκε στις Πυλές Καρπάθου, ίσως γιατί το μέρος έμοιαζε περισσότερο με το δικό του χωριό. Και τα δυο χωριά αγαπούν τα λουλούδια, αυλές φορτωμένες γλάστρες με αρμπαρόριζα, γαρύφαλα και αθάνατους βασιλικούς, αλλά κάθε λογής χρώματα και αρώματα της φύσης.  Ενώ δεν λείπουν και τα καρποφόρα δέντρα, όπως οι ατίθασες λεμονιές, που μοιάζουν με τις πιο φιλόξενες ομιλούσες σκιές, ακόμη και σήμερα στέκουν αθάνατες παρέες, συνοδεύοντας τις ατέλειωτες απογεματινές αποσπερίες.

Κι αν το πρώτο χωριό του Ίμβριου καλόερου, του Αθανάσιου, είχε ανοιχτό παράθυρο στον πράσινο κάμπο με τα λιόδεντρα, το καινούριο του, οι Πυλές Καρπάθου, είναι ακόμη πιο ανοιχτό, σε ταξιδεύει. Και να που δίνεις μια, γραπώνεις τον ήλιο από τη χαίτη του, και έπειτα πετάς, σκέτο δελφινόψαρο, πάνω στο ανοιχτό γαλάζιο πέλαγος.

Συχνά τον καλούσε το Ίμβριο αίμα του, όπως ο ίδιος έλεγε συχνά στο γιό του Νικόλα, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος(Δημήτριος Κουκούζης), ήταν στενός συγγενής του (ξάδελφος). Και εκείνος είχε γεννηθεί στην Ίμβρο στα 1911 και σπούδασε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Γονείς του ήταν ο Αθανάσιος και η Μαρία Κουκούζη. Είχε δύο αδελφές, την Βιργινία και την Χρυσάνθη κι έναν αδελφό, τον Παναγιώτη. Από το ίδιο χωριό είναι η καταγωγή δύο σπουδαίων ανδρών. Ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, το κοσμικό του όνομα ήταν Δημήτριος Αρχοντώνης και οι γονείς του ονομάζονταν Χρήστος και Μερόπη.

Από το ίδιο χωριό, τους Άγιους Θεόδωρους, είχε καταγωγή και ο σπουδαίος στρατευμένος καλλιτέχνης, ο φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης Σπύρος Μελετζής, που ήταν πρωτότοκος γιος (από έξι αδέλφια) του Μενελάου Μελετζή και της Καλλιόπης Γιαννάκη. Φτωχόπαιδο και ο Σπύρος, προοριζόταν και αυτός να φορέσει τα ράσα, όμως η μοίρα τον είχε προορίσει για μια άλλη εξίσου σπουδαία διαδρομή.

Τα χρόνια που ο Θανάσης πρόφτασε να γνωρίσει την Ίμβρο, ζούσαν ελάχιστοι Τούρκοι, ο πληθυσμός του νησιού έφτανε κοντά τις δέκα χιλιάδες ψυχές. Είναι λίγο μικρότερο σε μέγεθος από την Κάρπαθο, από εκείνα που ριζώνουν στη καρδιά των ανθρώπων, αφήνουν τέτοια βαθιά χαράγματα, που δεν μπορούν να κρυφτούν, δεν φτάνουν όσα ρούχα κι αν τα τυλίξουμε, πάντα θα ξερνούν κομμάτια της  πρώτης, αληθινής πατρίδας.

Ο Θανάσης Τσιβγάς, ο Καλόερος, άφησε το θαυμαστό χνάρι της ζωγραφικής του κυρίως στα κεντρικά χωριά της Καρπάθου και σε ολόκληρη τη Κάσο. Πρώτα μέσα στο μυαλό του, γεννήθηκαν τα πρόσωπα των Αγίων, έπειτα πήραν σχήμα, χτίστηκαν τα κορμιά τους, πέταξαν και συνεχίζουν να οδηγούν τις καρδιές και τα πιο βαθιά συναισθήματα μας.

Σπουδαίος οδηγός τα σταθερά ακροδάχτυλα του καλλιτέχνη, που έμοιαζαν με  σταθερό τραίνο πάνω σε ράγες. Αν και στην Ιερή τέχνη της αγιογραφίας δεν υπάρχουν συλλεκτικά κομμάτια, ούτε και αποδίδεται στον δημιουργό κάποιο χειροκρότημα, στην περίπτωση του Τσιβγά η σεμνότητα των εικόνων του δεν μπορεί παρά να αντιπροσωπεύει το κύριο στοιχείο του χαρακτήρα του.

Η κεντρική εκκλησία των Πυλών, αλλά και τα ξωμονάστηρα, κυρίως στα κεντρικά χωριά της Καρπάθου (Άγιος Ιωάννης, Χριστός, Άγιος Δαμιανός) ακόμη και σε αρκετές εκκλησίες της Κάσου, όπως η Αγία Μαρίνα και ο Άγιος Δημήτριος, που έχει την υπογραφή του Τσιβγά με την ημερομηνία περάτωσης, 1914, αποτελούν μερικά μόνο από τα καλλιτεχνήματα του.

Η ζωή του Τσιβγά θα μπορούσε να γίνει ένα λαμπρό μυθιστόρημα.

Μια ξαφνική ασθένεια (ίσως πνευμονία;), λίγο μετά την άφιξη των Ιταλών στο νησί, γίνεται η αφορμή για να πλησιάσει τον Ίμβριο καλόερο η Ερνιά, μια μοναχική γυναίκα, αρκετά χρόνια μεγαλύτερη από κείνον. Η Ερνιά περνά το κατώφλι του σπιτιού του, και τον φροντίζει όσο εκείνος είναι στο κρεβάτι.

Ο Θανάσης θεραπεύτηκε, όμως δεν άντεξε τις απρόσωπες γλώσσες και τα γνωστά κουτσομπολιά, αποφάσισε να αποκαταστήσει την Ερνιά, πρώτα όμως θα έπρεπε να πάρει μια μεγάλη απόφαση, να εγκαταλείψει την εκκλησία και το μοναχισμό, να βρεθεί για πρώτη φορά από τα παιδικά του στα πιο εύκολα, τα κοσμικά.

Έπρεπε πρώτα να ξυρίσει τα γένια του, να βγάλει τα ράσα και να αφήσει στην άκρη τα κομποσκοίνια και τους καλογερικούς ψαλμούς. Άλλωστε δεν είχε διαλέξει τον μοναχισμό, την επίπονη ζωή του μοναχού είχε επιβάλει κυρίως η φτώχεια, οι αναπάντεχες αναποδιές, που κυριαρχούσαν από την αυγή της ζωής του.

Η Ερνιά ανέλαβε και φρόντισε να τον ξυρίσει, έπειτα πέταξε τα κομμένα γένια του στον ξεροπόταμο του χωριού. Αν όμως απομένει και γράφεται κάτι στη κοινωνία, δεν είναι άλλο από το αναπάντεχο κακό, που ανέκαθεν ήταν πιο βολικό να το αποδίδουμε σε κάτι παράξενα άγνωστο ή κάποιον που έκαμε ένα μοιραίο λάθος.

Ακόμη και σήμερα κάποιοι μισολένε για το ξύρισμα του καλόερου, έφερε, λένε, μια τρομερή καταιγίδα, τόσο νερό δεν είχαν ματαδεί στις Πυλές. Και το κακό δεν άργησε να έρθει, ο ξεροπόταμος έγινε τρομερό ποτάμι, σαν να έπαιρνε εκδίκηση για τα πεταμένα γένια, το νερό ζωντάνεψε, παρέσυρε τρία σπίτια, έκαμε τις πέτρες και τα αγκωνάρια τους μαλλιά-κουβάρια.

Το πιο τραγικό ήταν ότι παρέσυρε και έπνιξε μια ανυποψίαστη ηλικιωμένη, γειτόνισσα του Τσιβγά. Ακόμη και σήμερα ένα πέρασμα από τον ξεροπόταμο κατεβάζει ερωτηματικά, ψίθυρους για κείνη την άγνωστη εποχή.

Ας γυρίσουμε στην ιστορία του Ίμβριου “καλόερου”, και στον σύντομο γάμο του  με την Ερνιά, που ωστόσο δούλεψε μαζί του στις εκκλησιές και τα μοναστήρια της Κάσου.

Ο Τσιβγάς δούλευε και έβγαζε το ψωμί του ως επαγγελματίας φωτογράφος, μια τέχνη ιδιαίτερα δύσκολη σε εκείνη την εποχή, αφού τα μηχανικά μέσα ήταν δύσχρηστα και βαριά, ενώ οι γυάλινες πλάκες με το φωτοευαίσθητο γαλάκτωμα ήθελαν πολλές γνώσεις τόσο για την παρασκευή τους, όσο και για τη χρήση τους. Το μεγάλο ζήτημα ήταν η απουσία ηλεκτρικού ρεύματος.

Ο τεχνίτης και καλλιτέχνης Τσιβγάς, όπως και κάθε φωτογράφος της εποχής, χρησιμοποιούσε ειδικές κατασκευές για να εκτρέψει το φως και να φωτίσει αντικείμενα και πρόσωπα στο ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να φωτογραφήσει ή ακόμη πιο δύσκολα, δούλευε και τύπωνε Α/Μ φωτογραφίες στον σκοτεινό του θάλαμο.

Ζούσε ακόμη στις Πυλές, εκεί γνώρισε και δεν άργησε να ξεχωρίσει την δεκαεξάχρονη Ευδοξία Λυριστή. Τον Μάιο του 1927 ζήτησε το κορίτσι από τον πατέρα της και στεφανώθηκαν, κουμπάρος ήταν ο Ηλίας Μαστρολέων, ενώ το γάμο τέλεσε ο γραμματέας της Ιεράς συνόδου, Αρχιμανδρίτης Κωνσταντινίδης. Αν και για αυτόν το γάμο διαφώνησε ο ίδιος ο Δεσπότης Γερμανός, επειδή ο Τσιβγάς λίγα χρόνια πριν είχε βαφτίσει την δεύτερη κόρη του Νικόλαου Λυριστή. Τα προβλήματα ξεπεράστηκαν με ένα χρηματικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Τσιβγά, έτσι με 3.500 κολλαριστές λιρέττες, όλα λύθηκαν.

Ο Τσιβγάς κι Ευδοξία έκαμαν τέσσερα παιδιά, πρώτος το 1928, ήρθε ο Νικόλαος, που δεν άφησε κανένα από τα ταλέντα του πατέρα του, και ακολούθησαν η Παρασκευή, ο Γιώργος και η Κλεοπάτρα. Μετακόμισαν από τις Πυλές στη Βωλάδα, όπως έλεγε προτιμούσε να ζει στο κέντρο της Καρπάθου και έτσι ήταν πιο εύκολες οι μετακινήσεις για τις φωτογραφικές εργασίες που αναλάμβανε.

Οι φωτογραφίες του εξακολουθούν να στολίζουν καρπάθικους σοφάδες και προδίδουν έναν άξιο τεχνίτη, που είχε την τέχνη της καταγραφής, και της αποτύπωσης σε δυο διαστάσεις, βαθιά μέσα στο αίμα του.

Ο Νίβρο, έτσι υπέγραφε τα έργα του, άφησε στις εκκλησιές και τα ξωμονάστηρα της Καρπάθου και της Κάσου μια σπουδαία κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Το ίδιο έκαμε με τις αναρίθμητες φωτογραφίες του. Ξεχωρίζει η ιδιαίτερη φροντίδα του στην προετοιμασία πριν από τη λήψη, όπως τα υπέροχα γαμήλια ενσταντανέ, και η επιλογή του να φωτογραφίζει όλους τους καλεσμένους μαζί!

Όμως αυτός ο ξεχωριστός μετανάστης, που έφερε ένα άρωμα από το βορρά, από την Ίμβρο, είχε ένα ακόμη πιο ξεχωριστό  Θεϊκό τάλαντο.

Ο Θανάσης Τσιβγάς ήταν αυτοδίδακτος εναλλακτικός θεραπευτής, ένας γιατρός, δίχως διπλώματα και περγαμηνές, ωστόσο μέσα από αναρίθμητες προφορικές μαρτυρίες, συναντάμε τον καλόερο στο πλάϊ κάθε πονεμένου Καρπάθιου ασθενή που τον καλούσε.

Αυτός ο σπουδαίος οπαδός της εναλλακτικής ιατρικής, δεν άγγιζε χρήματα από τη δράση του, έτσι αποκλείεται κάθε πιθανότητα αγυρτίας. Ποτέ δεν πληρώθηκε για τις θεραπείες του, ενώ όλες ήταν φυσικές. Ο ίδιος είχε διδαχθεί από τους μοναχούς του Αγίου Όρους τα ξεχωριστά χαρίσματα των φυτών, έμαθε να τα ξεχωρίζει και να παντρεύει τις ιδιότητες τους. Ανέβαινε στα βουνά, τρυγούσε τα άγνωστα σε εμάς δέντρα, διάλεγε τους θάμνους και επέλεγε τα πιο τρυφερά χορτάρια. Διάβαζε, κρατούσε σημειώσεις και φρόντιζε να ακολουθεί αρχαίους κανόνες, τέτοιες συνταγές που ακόμη και σήμερα δεν αναγνωρίζονται από την επιστημονική κοινότητα.

Από βγαλσίματα και σπασίματα ποδιών και χεριών, μέχρι θεραπείες για την ψώρα ή  άγνωστες ιώσεις, που οι πτυχιούχοι γιατροί της εποχής δεν είχαν ξεκάθαρη εικόνα. Ο Τσιβγάς προσπαθούσε να βοηθήσει στα κρυφά, αφού οι γιατροί τον κυνηγούσαν, δεν τον άφηναν και θεωρούσαν ότι δεν έπρεπε να ανακατεύεται στα χωράφια τους, εκείνοι έχαναν το κύρος, και τη πελατεία τους!

Μεγάλη ήταν η συμβολή του καλόερου και στο ξεκίνημα της πρώτης αγροτουριστικής μονάδας που ιδρύθηκε στην Κάρπαθο. Πρόκειται για το Ακρωτήρι των Πυλών, εκεί το νερό ήταν ιαματικό και με τις συμβουλές του Τσιβγά ο μπάρμπα Βασίλης Λυριστής (βρήκε την πρώτος την πηγή) με την σύζυγο του, τη Μαρίγω, τη Λυριστίενα, δημιούργησαν μερικά ενοικιαζόμενα δωμάτια, όπου οι Καρπάθιοι και οι Κασιώτες ακολουθούσαν μια πρότυπη θεραπεία. Έφταναν 6 με 8 ποτήρια, για να πετύχεις μια πρώτη θεραπειά σε θέματα αρθριτικών ή δυσκοιλιότητας.

Τα δωμάτια, ο κήπος με τα ζαρζαβατικά, και κυρίως η μεγάλη βαρέλα με το νερό, που ζεσταινόταν από κούτσουρα και περίμενε τους πονεμένους για τα θεραπευτικά ιαματικά λουτρά, αποτελούν ακόμη και σήμερα μια πρωτότυπη, μοναδική ιδέα, αρμονικής συνύπαρξης φύσης και ανθρώπων.

Πάνε περίπου είκοσι χρόνια, από τότε που ο Γιώργης Μουστρής σταμάτησε να φορτώνει σε βυτίο το θεραπευτικό νερό της Πούντας, που το λέγανε και “στιλτόνερο” και να το μεταφέρει στα κεντρικά χωριά της Καρπάθου.

Ο Αθανάσιος Τσιβγάς, ο καλόερος της Καρπάθου, ξεκίνησε το αιώνιο ταξίδι το 1948, τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Καρπάθου. Ήδη ο πρωτογιός του Νικόλαος Τσιβγάς ήταν μετανάστης στην Αμερική, εκεί ανέπτυξε όλα τα ταλέντα που κληρονόμησε από τον πατέρα του, όμως ποτέ δεν έβγαλε την Κάρπαθο από το μυαλό του. 

Όφειλουμε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα για την λαμπρή διαδρομή του.

Το μεγάλο ερωτηματικό και παράπονο του Καλόερου Θανάση μέχρι σήμερα δεν έχει απαντηθεί. Παρά τα δεκάδες γράμματα σε Αμερική και Ίμβρο, δεν κατάφερε να βρεί τα αδέλφια και τους συγγενείς του, παραμένει ένας κρυφός καημός.

Όμως έφερε τόσο κοντά την Ίμβρο με  την Κάρπαθο.

Ο Ίμβρος που ανέπτυξε όλα τα ταλέντα του στη Κάρπαθο και τη Κάσο, άφησε μια ανεκτίμητη κληρονομιά εικόνων και φωτογραφιών, που ακόμη και σήμερα δεν έχει καταμετρηθεί, ούτε και μελετηθεί. Όσο για το τετράδιο με τις μοναδικές θεραπευτικές συνταγές κάπου παράπεσε και χάθηκε, όπως χάνεται μια ολόκληρη εποχή, αφού δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε.

Μια πολύ παλιά μαντινάδα απομένει πίσω, έτσι για να θυμίζει και το πηγαίο χιούμορ του καλλιτέχνη:
“-Αθανάση, σα πεθάνεις, το βιολί τι θα το κάμεις;
-Θα το δώσω της Ερνιάς μου,
της κιτρομανταρινιάς μου,
να το παίζει, να χορεύει,
κι άλλον άντρα να γυρεύει…”