Το χελιδονόπτερο: Έξι παπαγαλάκια  κι ο ροζ πάνθηρας

Γράφει η
Ρένα Στεφανάκη
φιλόλογος

Ο τρελός του τσίρκου έχει στο στόμα του μια σφυρίχτρα .Αυτή τον τροφοδοτεί με νερό κι αλάτι. Είναι το θήλαστρο του. Δεν τη βγάζει ποτέ από τα χείλη. Από το μαστό της θάλασσας μεγαλώνει κι αυτός και το κοπάδι του. Πρώην καπετάνιοι όλοι. Μετά το γκρεμό την αφρών τις κορυφές του βουνού πατήσανε. Το ορεινό χωριό τους η θάλασσα δεν το φτάνει. Στα μνημόσυνα της αλμύρας, όμως, τα μάτια τους ανάβουν το φυτίλι και το κορμί τους σιγοτρώει η νοσταλγία.

Ο τρελός του τσίρκου σάλπαρε στα δεκάξι, ήσυχα ανήσυχα τα μέσα του σαράκια τρέφοντας μ’ εξωτικά τοπία. Τώρα στο στόμα έχει μια σφυρίχτρα.Το χάραμα πριν ανεβούν τα χωριά στα βράχια, ν’ απλώσουν τις λευκές τους μπουγάδες, βγαίνει στους δρόμους και σφυρίζει. Μαζεύει τα πλήθη. Αρχίζουν τ’ακροβατικά να μετριούνται στα δάχτυλα.

Νούμερο ένα. Σπίτια που αιωρούνται πάνω από γκρεμούς. Δεν κοιτάνε κάτω. Σε τεντωμένο σκοινί περπατάνε, ξαποσταίνουν, λαχανιάζουν, σκιάζονται.Τα μέτωπα τους με το αλέτρι του ζευγά αυλακωμένα. Μεσόκοπες κατοικίες της Ολύμπου. Ο τρελός σφυρίζει βαπορίσια κι αυτές θυμούνται. Το γάμο των παιδιών τους με την Αμερική, όταν άνοιξαν τα ταξίδια κι έκλεισαν τα χαμόγελα μέχρι τις χαραμάδες. Τα εγγόνια που  έγιναν αναμνηστικές κάρτες πάνω σε τηλεοράσεις. Το μεράκι της γιορτής που ξεκινάει με θρήνο. Ενός θνητού σιγή τη μοιράζονται πολλοί, φρέσκο ψωμί ψημένο σε ξυλόφουρνο. Ο τρελός σφυρίζει κι η Μαρούκλα στο πόστο της, με τον παπαγάλο στο κλουβί της ομορφιάς ή της αιχμαλωσίας του, δένει το κεφαλομάντηλο, μην πάρει η σκέψη της αέρα.

Νούμερο δυο. Ο τρελός σφυρίζει. Σμήνη πουλιών σ’ ένα τσαμπί πασχαλιάς μπουμπούκια γίνονται. Ζυμώνουν κι οι γυναίκες της Ολύμπου τσουρέκια της Λαμπρής. Ο Βασίλης καμακώνει ροφούς. Το λεωφορείο βρυχάται κι ανηφορίζει .Κρέμεται πάνω από το φαράγγι, όπως το αίμα στη λεπίδα μαχαιριού. Η άσφαλτος στάζει κάτω από τον ήλιο. Οι φλόγες τρέχουν. Ο Ποσειδώνας με την τρίαινα γυρίζει πλευρά στα ψάρια. Να μην αρπάξουν,  να μην τσουρουφλιστούν κι οι επιβάτες, περιμένοντας τη σειρά τους στην αυλή των μυστηρίων, το  σταυρό τους κάνουν κατανυκτικά.

Νούμερο τρία. Ο τρελός σφυρίζει κι ο ροζ πάνθηρ σ’ ένα μπουκάλι του κρασιού πάει και κρύβεται. Ροζέ με μύτη τριαντάφυλλου. Δεν μεγαλώνει από το ψέμα. Κρατάει τη νιότη του κρουστή και τραγανή σαν ρώγα. Τσάμπουρα μπλέκονται σε παρειές εφήβου. Το αγόρι με το κάνιστρο μοιράζει φρούτα σε όλους, ίδιο κι απαράλλαχτο μ’ εκείνο του Καραβάτζ(ι)ο. Μόνο το κέφι αιωρείται εδώ κι οι ανεμόμυλοι σε σχήμα πεταλούδας. Ο τρελός σφυρίζει. Ο ροζ πάνθηρ στα ποτήρια αποκριάτικη σερπαντίνα που πίνεται. Οι μάσκες πέφτουν. Έξι παπαγαλάκια τον τρελό κοιτάζουν που σφυρίζει. Η Μαρούκλα στο πόστο της ανοίγει το κλουβί.

Ο τρελός σφυρίζει και το πλοίο της γραμμής αναχωρεί.