Λεξιστορείν: Το λημέρι!

Ως λημέρι χαρακτηρίζουμε το απόμακρο καταφύγιο που χρησιμοποιεί κάποιος που θέλει να κρυφτεί αλλά  και  το μέρος  που κάποιος συχνάζει (π.χ. επέστρεψε στα παλιά του λημέρια).

Ετυμολογικά προέρχεται  από το ρήμα ολημερίζω  =  περνώ  όλη μου τη μέρα.