Mε εθνική στρατηγική  στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα

Γράφει ο Σωτήρης Ντάλης*

Στις πρόσφατες ευρωεκλογές το λαϊκιστικό κύμα  δεν κατάφερε να εμποδίσει  τη συνέχιση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου. Βρήκε μπροστά του μια  «σιωπηλή πλειοψηφία».

Η νέα ηγεσία  της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επελέγη  στη Σύνοδο Κορυφής της 2ας Ιουλίου, πρέπει  να επιτρέψει την οικοδόμηση  μια δυνατής οικονομίας.  Πρέπει να φτιάξουμε μια οικονομική δύναμη που θα μας βοηθήσει να γίνουμε  πρωταθλητές στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι απαραίτητο να δούμε την ΕΕ ως συνολική, αναπτυξιακή, κοινωνική, θεσμική και πολιτική οντότητα.
Πρέπει να  δούμε την Ενωμένη Ευρώπη ως πολιτικό εργαλείο δημιουργίας σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Η  Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανάγκη από πολιτικούς  ηγέτες με ξεκάθαρες ευρωπαϊκές θέσεις. Ηγέτες που δεν θα επικαλούνται διαρκώς το «εθνικό συμφέρον» που εγκλώβισε την ΕΕ στα  «εθνικά εγώ». Σε αυτόν  τον εγκλωβισμό των «εθνικών εγωισμών», εντάσσεται και το βρετανικό δημοψήφισμα που οδήγησε στο Brexit.

Ας μην ξεχνάμε πως η ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία από το 1950  μέχρι σήμερα εξασφάλισε στην Ευρώπη, ειρήνη, ευημερία και συνείδηση κοινότητας προκειμένου να ξεπεραστούν οι αντιθέσεις. Με την ευρωπαϊκή ενοποίηση αντλήσαμε  διδάγματα από τις αιματηρές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος.

Πέρα από την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία, στις επιτυχίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης συμπεριλαμβάνονται οι αρχές, αλλά και η μορφή συνεργασίας στην Ευρώπη: δημοκρατία, ισότητα δικαιωμάτων, διαφάνεια, επικουρικότητα, αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ελευθερία, αλληλεγγύη και ανεκτικότητα είναι μερικές από τις βασικές αξίες της ΕΕ, καθώς η ΕΕ δεν είναι απλώς ένας οικονομικός χώρος αλλά και μια κοινωνία αξιών.

Η Ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία αποτελεί μια ιστορική νίκη της δημοκρατίας και της ελευθερίας απέναντι στο φασισμό και στους ολοκληρωτισμούς του κομμουνισμού.

Σήμερα,  η  Ευρωπαϊκή  ενοποίηση  σηματοδοτεί   πρωτίστως την ειρήνη στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο  που δοκιμάστηκε τόσο σκληρά  στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η Ευρωπαϊκή ενοποιητική  διαδικασία  σημαίνει όμως  και ένα πρότυπο ανάπτυξης μοναδικό στον κόσμο, που συνδυάζει κάποιες πολιτικές αλληλεγγύης με αντικειμενικό σκοπό  μια ανάπτυξη που  πρέπει  να συμμεριζόμαστε όλοι.  

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την  Ευρώπη χωρίς την ΕΕ.  Και είναι πιο δύσκολο να φανταστεί κανείς  την Ελλάδα εκτός ΕΕ.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μια σύντομη αλλά χρήσιμη αναδρομή στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Πολιτικές προσωπικότητες που τις χαρακτήριζε   ο εξωστρεφής πατριωτισμός, συνέδεσαν τη χώρα  μας με  το ευρωπαϊκό Σχέδιο.

Η πρόσφατη παρουσίαση του Αρχείου του Γιάγκου Πεσμαζόγλου από το Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος, αναδεικνύει  την ιστορική σημασία της επιλογής της χώρας να υποβάλλει αίτηση σύνδεσης στην ΕΟΚ το 1959.

Ήταν η πρώτη χώρα που υπέβαλε αίτηση σύνδεσης. Πρόεδρος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τη σύνδεση με την ΕΟΚ (1957-1961), ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου, πρωτοστάτησε στις διαπραγματεύσεις  που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας των Αθηνών, το 1961.

Επίμονο και μαχητικό – χωρίς όμως ποτέ να ωθεί τη διαπραγμάτευση στα άκρα – που πέτυχε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη ένταξη της χώρας, χαρακτήρισε τον Πεσμαζόγλου ο Πρόεδρος της Τράπεζας της Ελλάδος, καθηγητής Γιάννης Στουρνάρας.

Υπήρξε μια κορυφαία προσωπικότητα που υπηρέτησε  το ευρωπαϊκό όραμα και τη θέση της Ελλάδας σε αυτό. Στους αρχιτέκτονες του ευρωπαϊκού σχεδίου της χώρας  ξεχωρίζει  ο ιστορικός  ρόλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή με την καθοριστική συμβολή  του και  την ιστορική υπογραφή ένταξης στην ΕΟΚ στις 28 Μαΐου 1979. 

Ακολούθησε η διακυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου και  η «ευρωπαϊκή προσαρμογή» του ΠΑΣΟΚ μέσω των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων.

Στη συνέχεια έχουμε την  κυβέρνηση  Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία συνέβαλε στην ενίσχυση  του ρόλου και  του λόγου  της Ελλάδας μέσα από τις διεργασίες μετάβασης από την ΕΟΚ στην ΕΕ το 1992.
Την  ενίσχυση  του ρόλου της χώρας μας  στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, ολοκλήρωσε με εύστοχο τρόπο ο Κώστας Σημίτης, με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη  το 2001 και την καθοριστική συμβολή του στην ένταξη της Κύπρου.

Από το 1979, η Ελλάδα ακολούθησε  μια στρατηγική επιλογή που οδήγησε στη  βαθύτερη ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία.

Φέτος  γιορτάζουμε 40 χρόνια συμμετοχής της χώρας στην ενοποιητική διαδικασία. Αλλά δεν τα γιορτάσαμε γιατί η απερχόμενη κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο δεν πίστεψε ποτέ πραγματικά στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, αλλά επιχείρησε  να ακυρώσει αυτή τη στρατηγική επιλογή    τον Ιούλιο του 2015  με ένα «κουτοπόνηρο» δημοψήφισμα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όλα αυτά τα χρόνια εμφάνιζε την εθνική κυριαρχία ως έννοια ασύμβατη με το ευρωπαϊκό σχέδιο. Πρέπει  λοιπόν να εξηγηθεί, πως η ελληνική κυριαρχία διασφαλίζεται μέσα από την ενίσχυση της συλλογικής ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Αυτό πρέπει να το καταλάβουν κι εκείνοι που στερούνται ευρωπαϊκού οράματος για τη χώρα και θεωρούσαν το ευρώ αιτία της ελληνικής κρίσης και υποστήριζαν το 2015 την αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Και πρέπει  να τους θυμίσουμε πως η χώρα δεν κατέρρευσε γιατί η Ευρωζώνη λειτούργησε ως δίχτυ ασφαλείας.

Σήμερα, στη μετα-ΣΥΡΙΖΑ εποχή ας αποφύγουμε τους μοιρολατρικούς τρόπους σκέψης,  ας επιχειρήσουμε έναν εθνικό αναστοχασμό και ας πορευτούμε  με εθνική στρατηγική στην  ευρωπαϊκή πραγματικότητα με γνώμονα έναν εξωστρεφή πατριωτισμό που θέλει την Ελλάδα να προκόβει σε μια ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη.

*Ο Σωτήρης Ντάλης είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Ευρωπαϊκής Ενοποίησης στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί το βιβλίο του,  Η «δύσκολη» Ευρώπη. Σε αναζήτηση της νέας Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.