«Ό,τε είμην διοικητής φυλακίου» (Ευθυμογράφημα)

Γράφει ο Σεραφείμ Αθανασίου

Αν καλά θυμάμαι πρέπει  να ήταν το έτος  1959 ή 1960  και ως ενωμοτάρχης  υπηρετούσα στο Αστυνομικό Τμήμα  της Κω Αστυνόμος του οποίου ήταν ο Μοίραρχος Γεράσιμος Ζαγορίτης πατέρας του σημερινού έγκριτου Δικηγόρου Αθηνών, Λευτέρη  Ζαγορίτη και, Προέδρου   Νομικού Φορέα Προστασίας  του  Καταναλωτή.

Και παρά το ότι ο κ. Λευτέρης Ζαγορίτης ουδεμία σχέση έχει με τα όσα εδώ σκέπτομαι να αραδιάσω αναφέρομαι  στο όνομά του  με ιδιαίτερη μπορώ να πω αγάπη και εκτίμηση  επειδή πολύ καλά τον γνωρίζουμε  και τούτο γιατί, ως μικρό παιδάκι, υπήρξε  μαθητής της συζύγου μου και για τρία χρόνια στο Καζούλειο Δημοτικό Σχολείο της πόλεως Ρόδου και από τότε  δεν έπαψε να σκέπτεται τη δασκάλα του την οποία αγαπά  ενώ  και εκείνη, κυριολεκτικά, λατρεύει το Λευτέρη της.

Το Αστυνομικό Τμήμα της Κω, όπως και οι άλλες Αστυνομικές υπηρεσίες της πόλεως  στεγαζόντουσαν,  και  συνεχίζουν να στεγάζονται,  στο απείρου κάλλους Μέγαρο  που βρίσκεται  στην παραλία  και  έχει θέα τη θάλασσα την οποία, χωρίζει ο φαρδύς πεζόδρομος και ο έτερος κυκλοφορίας  των  τροχοφόρων.
Με τα μελτέμια ή άλλους αέρηδες κακοκαιρίας οι θαλασσινές φουρτούνες με τα θεόρατα σε ύψος κύματα το ένα μετά το άλλο κτυπούν  αλύπητα  και δυνατά με απίστευτο βουητό και κρότο πάνω στα διαχωριστικά κάγκελα του πεζόδρομου.της παραλιακής Λεωφόρου.

Και εκείνα τα κύματα  προκαλούν  όχι μόνο ζωγράφους έμπειρους στο χειρισμό των πινέλων για να αποτυπώσουν πάνω στον καμβά  τους   εκείνο το   γιγάντιο  κύμα αλλά  και απλούς ανθρώπους  που κυριολεκτικά   στέκονται  και χαζεύουν,  τα  όσα με τα μάτια τους  ατενίζουν.

Όμως, πέρα από τους ζωγράφους και απλούς  ανθρώπους στους οποίους εκείνα  τα κύματα με  θορύβους και βουητά  προκαλούν θαυμασμό  και ευχαρίστηση μένω με την εντύπωση  πως  η ίδια μάζα κυμάτων, μέσα στο δικό τους θαλάσσιο χώρο   και πριν σκάσουν στον πεζόδρομο, σε  άλλους ταξιδιώτες έχουν ίσως  προκαλέσει τρόμο και αγωνία, ιδιαίτερα σε εκείνους  που  συμπέσει  να βρεθούν  με μικρά σκάφη πάνω  σε  πελώρια κύματα  τα οποία, το  δικό τους πλεούμενο και τους επιβαίνοντες,   ανεβοκατεβάζουν  σαν καρυδότσουφλα.

Μια τέτοια λοιπόν μέρα με  φουρτουνιασμένη θάλασσα μας επισκέφθηκε στην Κω  ο τότε Ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής Δωδεκανήσου και, αν καλά  θυμάμαι, ήταν ο Συνταγματάρχης Τάγαρης Γεώργιος.
Όμως πριν έρθει, με υπηρεσιακή εντολή υπαξιωματικοί και χωροφύλακες της έδρας, κάπου 40 και πλέον άνδρες, συγκεντρωθήκαμε σε μια μικρή αίθουσα που έβλεπε θάλασσα προκειμένου  ο Ανώτερος να μιλήσει πρώτα σε μας και, στη συνέχεια, να  συσκεφθεί με τους Αξιωματικούς του.

Εκεί στην αίθουσα οι περισσότεροι συνάδελφοι είχαμε σχεδόν κολλήσει πάνω στα τζάμια των παραθύρων και  χαζεύαμε τα  θεόρατα  κύματα που με ρυθμό  και  βουητό κτυπούσαν τον πεζόδρομο πολλοί δε  από τους συναδέλφους πρώτη φορά βλέπαμε τέτοια θαλασσοταραχή και κάναμε το σταυρό μας.

Ήταν θυμάμαι μεσημέρι όταν συγκεντρωθήκαμε  στην αίθουσα και ενώ η  ώρα περνούσε ο κ. Ανώτερος πουθενά δεν φαινόταν οι δε άγαμοι  συνάδελφοι άρχισαν να δυσανασχετούν  επειδή, και ενώ  το εστιατόριό τους με έτοιμο φαγητό  βρισκόταν στον εσωτερικό περίγυρο  του κτηρίου  ο  επικεφαλής της συγκέντρωσης,   δεν τους επέτρεπε  να πάνε για φαγητό  μια που, όπως τους έλεγε,  σε λίγο θα ερχόταν ο Ανώτερος.

Και δεν ήταν μόνο οι άγαμοι που δυσανασχετούσαν  επειδή και εμείς οι έγγαμοι  δεν αισθανόμαστε  όμορφα  και ανάλογα  «βράζαμε»  στο δικό μας ζουμί  πιο πολύ όμως απ όλους «χόρευε» μέσα στη δική του κατσαρόλα ένας συνάδελφος (υπενωμοτάρχης) που τον είχαμε χαρακτηρίσει πολύ ιδιόρρυθμο  και δεν είχαμε πολλά, πολλά μαζί του αποφεύγοντας ακόμη και την παρέα του.

Φύσαγε και ξεφύσαγε σαν  φυσερό  σιδηρουργού την ώρα που ο συμπαθής τεχνίτης, ιδιαίτερα γεωργικών εργαλείων, χτυπά στο  αμόνι του  το  υπό κατασκευή, για παράδειγμα, αλέτρι ενώ το φυσερό  του  προσφέρει, τον ανάλογο αέρα και πάνω στη δική του τέχνη.

Κοιτάζαμε το συνάδελφο, χαμογελούσαμε με το «φούσκωμα» ή  «ξεφούσκωμά» του και μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι από μας τον ζηλεύαμε κιόλας.

Τον ζηλεύαμε  γιατί ήταν  ένας όμορφος άνδρας συμπαθέστατος  και πολύ προσεκτικός, στην εμφάνισή του.  Κυριολεκτικά  και σε καθημερινή βάση έλαμπε μέσα στην  πεντακάθαρη   καλό-σιδερωμένη  στολή του.
Τότε τα πλοία δεν άραζαν στα λιμάνια των περισσότερων νησιών και στεκόντουσαν εκατοντάδες  μέτρα μακριά  τους,  οι δε επιβάτες πλοίων πηγαινοερχόντουσαν  με  μικρά καΐκια.

Αργούσε ο Ανώτερος ,δυσανασχετούσαμε επειδή όμως-και λόγω κανονισμών πειθαρχίας- τίποτε άλλο δεν  μπορούσε να γίνει,  περιμέναμε την άφιξή του.

 - Έρχονται, έρχονται, μας ενημερώνει ο σκοπός Πύλης  και μονομιάς μαζευτήκαμε σε  κάποιο σημείο της αίθουσας, οι Αξιωματικοί όμως  που συνόδευαν τον Ανώτερο, και με εκείνον, αντί να έρθουν προς το μέρος μας ανέβηκαν στο γραφείο του Διοικητού Διοικήσεως  που νομίζω πως ήταν ο Ταγματάρχης  Δημητριάδης Παναγιώτης.

Περιμέναμε λίγο ακόμη  και ακούσαμε ποδοβολητό στη σκάλα και  σε λίγο νάτους όλους κοντά μας.
Καταλάβαμε πως ο άγνωστος  με πολιτική περιβολή  ήταν ο Ανώτερος Διοικητής, αλλά  περιβολή αχαρακτήριστη.

Φορούσε μόνο το παντελόνι της στολής, το πουκάμισο με  γραβάτα, χωρίς  χιτώνιο  και διακριτικά βαθμού  ενώ οι Αξιωματικοί μας είχαν «σκάσει» μέσα στις στολές τους.

Κάθισαν  απέναντί  μας  και  εκείνος χαμογελαστός μας είπε να καθίσουμε  και εμείς.
«Κύριοι», τον ακούμε να λέει,  Είμαι ο Συνταγματάρχης  Τάγαρης Γιώργος, Ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής Δωδεκανήσου και σας ζητώ συγγνώμη για την εμφάνισή μου.

Δεν ήθελα να εμφανιστώ έτσι αλλά  δυστυχώς  άλλοι το αποφάσισαν και συγκεκριμένα  δυο-τρία δυνατά κύματα που με έκαναν παπί  την ώρα που η βενζινάκατος, από το πλοίο, μας έφερνε  στο λιμάνι.

Έπεσαν πάνω μου  χωρίς να υπολογίσουν ένα σωρό γαλόνια   και το  χιτώνιό μου όπως και το πηλίκιο αυτή τη στιγμή-προκειμένου να στεγνώσουν-  κρέμονται σε μανταλάκια στη βεράντα του γραφείου του  κ. Διοικητού σας. Ζητώ συγγνώμη για την εμφάνισή μου».

Είπε αυτά χαμογέλασε και κάθισε στην καρέκλα του  ενώ εμείς τον καλωσορίσαμε  και  με ένα θερμό θυμάμαι  χειροκρότημα.

Από τα παράθυρα  και για λίγο  «χάζεψε» το όλον θέαμα  των κυμάτων που σχεδόν έβγαιναν μέχρι την άσφαλτο  και επιστρέφοντας  μας  είπε ένα σωρό  πατρικές θα έλεγα συμβουλές  αλλά και μικρές  χαρούμενες αστυνομικές  ιστορίες με τις οποίες είχαμε όλοι χαλαρώσει και γελούσαμε.

- Μήπως θέλει  κανένας από σας να  πει κάτι από την υπηρεσιακή του ζωή και αν θέλει  θα τον ακούσω και εγώ, μαζί με σας, ευχαρίστως.

- Κύριε  Ανώτερε μπορώ να πω μια ιστορία ερωτά ο   «ιδιόρρυθμος»   υπενωμοτάρχης, αφού πρώτα  είχε  λάβει τη στάση της προσοχής.

- Βέβαια και μπορείς να πεις ό,τι θέλεις και  δε χρειάζεται να στέκεσαι προσοχή, τον απάντησε καλόκαρδα  ο Ανώτερος Διοικητής.

- Είμαι Υπενωμοτάρχης και λέγομαι «έτσι» (Σημείωση δική μου. Γνωρίζω το όνομά του, ήταν (τώρα δεν υπάρχει) εκτός από συνάδελφος και   χρόνια  καλός μου φίλος  αλλά για λόγους «προσωπικών δεδομένων» και επειδή  δεν  μπόρεσα να επικοινωνήσω με τα υπέροχα παιδιά του, δεν το ανακοινώνω. Και  συνέχισε ο υπενωμοτάρχης.

- Οτε είμην Διοικητής Φυλακίου, ημέρα τινά, μεσημβρινάς ώρας και   καθ’ ήν  στιγμήν κλείδωνα το φυλάκιο  προκειμένου να μεταβώ  προς συνάντηση του κοινοτικού ιατρού ίνα μετ αυτού συνφάγομε παρουσιάστηκε  ενώπιο μου  νεαρά κορασίς  παρακαλώντας με να της επιλύσω ένα σοβαρό της πρόβλημα.

Ακούγοντάς τον ο Ανώτερος να χρησιμοποιεί   καθαρεύουσα  άνοιξε διάπλατα  μάτια και αυτιά και εκστατικός   παρακολουθούσε τον υπενωμοτάρχη   όπως το ίδιο κάναμε όλοι μας. Εμείς δε, οι συνάδελφοί του, τα είχαμε χαμένα  και  κοιταζόμαστε μεταξύ μας  επειδή για πρώτη φορά τον ακούγαμε να μιλά έτσι με  εκείνη  τη χαρακτηριστική χονδρή φωνή  του που ήθελες δεν ήθελες τον παρακολουθούσες.

Και συνέχισε:
-Επειδή δεν ήθελα να στήσω   τον ιατρό φίλο μου  της είπα να έρθει το απόγευμα στο γραφείο μου χωρίς να της αποκαλύψω και τους λόγους που δεν μπορούσα να την ακούσω εκείνη την ώρα. Στο άκουσμα  όμως της άρνησής μου με ικέτευε να την ακούσω επειδή  δεν της ήταν εύκολο  να έρθει  ξανά στο γραφείο μου  όχι μόνο   το απόγευμα αλλά  ούτε και  καμιά άλλη ημέρα.

- Βρέθηκα προ διλήμματος και  η σεμνή της εμφάνιση  και η όλη της στάση  και συμπεριφορά  με έκαναν να την δεχθώ εκείνη την ώρα  οπότε, ανοίγοντας το γραφείο μου, της υπέδειξα να περάσει στο εσωτερικό αυτού. Πρέπει δε να πω ότι, συνέχισε να λέει, οι δυο χωροφύλακες της δυνάμεώς μου απουσίαζαν ο μεν εις άδεια ο δ’ έτερος εις εξωτερική διατεταγμένη υπηρεσία.

Δεν ακουγόταν ανάσα και όλοι  μας είχαμε στρέψει  την προσοχή μας στα  όσα  ακούγαμε μπορώ  δε να πω  ότι  πιο πολύ τον πρόσεχε ο Ανώτερος ο οποίος, κάποια στιγμή, τον  διέκοψε  λέγοντάς του.
Τη γλώσσα σου σε παρακαλώ τη γλώσσα σου.

Και εκείνος, φέρνοντας το χέρι του στη γλώσσα του, τι έχει η γλώσσα μου κ. Ανώτερε;
- Μωρέ η γλώσσα σου δεν έχει τίποτα αλλά  εσύ έχεις το πρόβλημα.
- Ποιο πρόβλημα κ. Ανώτερε.
- Πού χρησιμοποιείς  καθαρεύουσα  και σε ερωτώ  έτσι μιλάς στους συναδέλφους σου;
- Στους συναδέλφους μου όχι αλλά εδώ έχω να κάνω με τον κ. Ανώτερο και  σκέφτηκα  πως  πρέπει αλλιώς   να επικοινωνήσω μαζί σας.
- Θα προτιμούσα όμως την απλή σου γλώσσα.
- Τότε  αλλάζει το θέμα και συνέχισε.

- Που λέτε κ. Ανώτερε  η κοπέλα άρχισε να μου κάνει παράπονα για τον αυστηρό της πατέρα που δεν την άφηνε να  πάει στο σπίτι της φιλενάδας της που τη γνώριζε από το δημοτικό σχολείο της επέτρεπε  όμως να τη συναντά  όποτε ήθελε αλλά στο δικό της, δηλαδή το πατρικό, σπίτι.

Ήταν τόσο αυστηρός που δεν τολμούσε ούτε και η μάνα της να του  μιλήσει γιατί τον φοβόταν. Κατά τα άλλα, μου   έλεγε, ότι  ήταν  καλός και στοργικός πατέρας που  ενδιαφερόταν για την οικογένειά του.

Και, που λέτε κ. Ανώτερε, η κοπέλα ήρθε σε μένα  να με παρακαλέσει  να μιλήσω στον πατέρα της  στο να  μην είναι τόπο πολύ αυστηρός και  σκέφτηκε εμένα  επειδή, όπως μου είπε,  με συμπαθούσε   ο πατέρας της και για τον κ. Αστυνόμο δηλαδή εμένα μίλαγε  με τα καλύτερα λόγια.

Της απάντησα πως δεν μπορούσα να παρέμβω επειδή ήταν καθαρά οικογενειακό θέμα και μόλις άκουσε την άρνησή μου έβαλε τα κλάματα , οπότε την ρώτησα.

-Και γιατί  θέλεις, σώνει και καλά,  να πηγαίνεις και εσύ στο σπίτι της φιλενάδας σου ενώ δεν σε αφήνει ο πατέρας σου. Μήπως υπάρχει κάποια άλλη αιτία, δηλαδή  κάποιος νέος που  ενδιαφέρεται για σένα και εσύ για εκείνον  και είσαι τόσο πολύ λυπημένη.

Και εδώ η απάντησή της ήταν αρνητική   λέγοντάς μου  πως κανένας δεν υπήρχε αλλά απλά ήθελε να πηγαίνει καμιά βόλτα εκτός  του σπιτιού όπως και άλλα κορίτσια  ο πατέρας της όμως  δεν σήκωνε τέτοιες κουβέντες επειδή ήθελε το κορίτσι του να είναι το καλύτερο του χωριού, έτσι της έλεγε.

Της απάντησα και πάλι πως δεν μπορώ να παρέμβω οπότε  άρχισε να κλαίει και  εγώ  για να την ηρεμήσω πήγα κοντά της και της χάιδευα τα μαλλιά ενώ εκείνη  έκλαιγε. Την λυπήθηκα  και της είπα  να ηρεμήσει  και πως θα προσπαθήσω  να μιλήσω στον πατέρας σου.

Μόλις  άκουσε πως θα μιλήσω στον πατέρας της  πετάχτηκε σαν ελατήριο πάνω και έφερε σχεδόν  το πρόσωπό της κοντά στο δικό μου, μου γελούσε και με ευχαριστούσε συγχρόνως ,οπότε….
- Οπότε, τον ρωτά με ενδιαφέρον  ο Ανώτερος, ενώ οι άλλοι  τον κοιτάζαμε με ανοιχτό στόμα  και περιμέναμε  να ακούσουμε τι θα έλεγε στον Ανώτερο.
- Οπότε κ. Ανώτερε, αλλά… να το πω;
- Και βέβαια θα το πεις μέχρις εδώ που έφτασες.

- Οπότε κ. Ανώτερε  την άρπαξα στην αγκαλιά μου  και τη γέμισα χάδια και φιλιά!
- Και πως αντέδρασε  εκείνη ερωτά ο Ανώτερος  αλλά με σοβαρό ύφος.
 - Ε, πώς θέλατε να αντιδράσει  μου έδωσε και εκείνη  δυο-τρείς   ή και περισσότερες ρουφηξιές στη  γλώσσα μου  και ολοκόκκινη  πετάχτηκε έξω από  το Φυλάκιο  και έφυγε  τρέχοντας.

- Τελικά  πήγες στον πατέρα της, τον  ρώτησε ο Ανώτερος.
- Ναι πήγα αλλά όχι αμέσως, τον  πλησίασα  πρώτα  να τον γνωρίσω και να με γνωρίσει καλύτερα και κάποιο βράδυ  του μίλησα για την κόρη του.
- Και πώς αντέδρασε, τον ρωτά πάλι ο Ανώτερος.
- Μπορώ να πω ευχάριστα, δεν του είπα όμως να την αφήνει να πηγαίνει στη φιλενάδα της.
- Τι του είπες;

- Του είπα αν  μπορώ  να κάνω  την κόρη του γυναίκα μου και εκείνος με χαρά   αμέσως δέχτηκε.
Εκείνη η κοπέλα  κ. Ανώτερε εδώ και δύο χρόνια είναι γυναίκα μου και έχουμε και ένα παιδάκι  ενός  έτους.

Μάλιστα τώρα και επειδή μας  αργήσατε  λίγο, λόγω κυμάτων. Εκείνη  με περιμένει για φαγητό  και  πηγαίνοντας  σπίτι  και  λόγω  ζήλιας, θα αρχίσει η ανάκρισή μου, που ήσουνα  και  γιατί άργησες, χώρια που    με λοξές ματιές θα κοιτάζει  το πουκάμισό μου  ή ακόμη και  μάγουλα   μήπως ανακαλύψει  και κανένα  αποτύπωμα ερυθρού χρώματος.

Σκάσαμε όλοι στα γέλια  και  πιο πολύ ο Ανώτερος Διοικητής μας. Και  πριν διαλυθούμε  ευχηθήκαμε στον καλό εκείνο συνάδελφο, που άδικα  τον θεωρούσαμε απόμακρο και ιδιόρρυθμο  να ζει με την οικογένειά του, όπως και έζησε, ευτυχισμένα, χώρια που στη συνέχεια έγινε ο καλύτερος φίλος πολλών  συναδέλφων και χωρίς υπερβολή  επιδιώκαμε την παρέα του! Να περάσετε όλοι σας ένα ευχάριστο καλοκαίρι.