Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Οι διώξεις Καστελλοριζίων και άλλων Δωδεκανησίων κατά την περίοδο της ιταλικής Κατοχής

Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Οι διώξεις Καστελλοριζίων και άλλων Δωδεκανησίων κατά την περίοδο της ιταλικής Κατοχής

Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Οι διώξεις Καστελλοριζίων και άλλων Δωδεκανησίων κατά την περίοδο της ιταλικής Κατοχής

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 42 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

chondros.kyr@gmail.com

Τον Φεβρουάριο του 1941, η βρετανική στρατιωτική επιχείρηση με την κωδική ονομασία Abstention, η οποία αποσκοπούσε στην κατάληψη του Καστελλορίζου και στην απομάκρυνση της ιταλικής στρατιωτικής δύναμης από το νησί, κατέληξε σε αποτυχία. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων των Βρετανών στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο κατά την οποία τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κυριαρχία.

Τα τελικά πορίσματα της επιχείρησης, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν τεθεί υπόψη μας, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί στο σύνολό τους. Ωστόσο, η υπόθεση ότι η δημοσιοποίησή τους υπόκειται σε ενιαίο βρετανικό κανόνα διατήρησης του απορρήτου για εκατό έτη χρειάζεται ειδική τεκμηρίωση από τις αρμόδιες αρχειακές αρχές. Εφόσον ισχύει τέτοιος περιορισμός για συγκεκριμένα έγγραφα, η πλήρης πρόσβαση σε αυτά θα εξαρτηθεί από το καθεστώς αποχαρακτηρισμού και τους όρους διάθεσής τους.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ημερών της επιχείρησης, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην παρούσα έρευνα, δεκατέσσερις Ιταλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους και πενήντα δύο τραυματίστηκαν, ενώ δώδεκα αιχμαλωτίστηκαν. Παράλληλα, περιήλθε στους Βρετανούς σημαντικός αριθμός όπλων και πυρομαχικών. Οι συγκρούσεις προκάλεσαν σοβαρές ζημιές σε βασικές υποδομές και δημόσια κτίρια του νησιού, μεταξύ των οποίων ο ραδιοφωνικός σταθμός, η εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το κτίριο της διοίκησης και η κατοικία του Ιταλού κυβερνήτη.

Οι βρετανικές απώλειες, σύμφωνα με την ίδια καταγραφή, ανήλθαν σε πέντε νεκρούς και έντεκα τραυματίες, ενώ είκοσι επτά άνδρες δηλώθηκαν αγνοούμενοι κατά τη διάρκεια της εσπευσμένης αποχώρησης των βρετανικών δυνάμεων. Από τους τελευταίους, επτά δεν εντοπίστηκαν έκτοτε. Τα αριθμητικά αυτά δεδομένα χρήζουν αντιπαραβολής με τις επίσημες στρατιωτικές αναφορές των δύο πλευρών, προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι ακριβείς συνθήκες των απωλειών.

Η αποτυχία της βρετανικής επιχείρησης είχε σοβαρές συνέπειες για μέρος του τοπικού πληθυσμού. Καστελλορίζιοι που είχαν συνδράμει τις βρετανικές δυνάμεις, επιδιώκοντας την απομάκρυνση της ιταλικής στρατιωτικής παρουσίας από το νησί, ανακρίθηκαν από τις ιταλικές αρχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είκοσι εννέα από αυτούς συνελήφθησαν, υπέστησαν βασανιστήρια, παραπέμφθηκαν σε δίκη στη Ρόδο και στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε φυλακές της Ιταλίας. Οι κατηγορίες που τους αποδόθηκαν αφορούσαν πράξεις εναντίον του ιταλικού κράτους και της κατοχικής εξουσίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης, καθώς και ο ρόλος προσώπων από το ίδιο το Καστελλόριζο, τα οποία φέρονται να κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί, στη διαδικασία αυτή κατέθεσαν μία γυναίκα και τρεις άνδρες Καστελλορίζιοι: η Αμίρισσα Β., ο ποδεστά Γεώργιος Π., ο Μανώλης Φ. και ο γιος του, Νικόλαος Φ. Οι δύο τελευταίοι φέρονται να ασκούσαν, αντίστοιχα, καθήκοντα δημοτικού αστυνόμου και γραμματέα. Κατά τα ίδια στοιχεία, οι συγκεκριμένοι άνδρες κατάγονταν από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας.

Η διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, η φύση των κατηγοριών και οι μαρτυρίες που αξιοποιήθηκαν για την καταδίκη των κατηγορουμένων αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για την ιστορική αποτίμηση της υπόθεσης. Η αναφορά ότι η δίκη διήρκεσε ελάχιστα λεπτά.

Μεταξύ των κατοίκων που συνελήφθησαν το 1941 περιλαμβάνονταν άτομα όπως οι Αναστάσιος Οικονόμος (γιος του Αγαπητού), Σταύρος Ζαμπακλής (γιος του Βασιλείου), Κωνσταντίνος Πανταζίδης (γιος του Πανταζή), Γεώργιος Ροδίτης (γιος του Ηλία), Νικόλαος Μιχαλάκης (γιος του Μιχαήλ),  Γεώργιος Εξικανάς (γιος του Μιχαήλ) Μιχαήλ και Βασίλειος Χονδρός (του Κυριάκου) κ.ά. 

Στην ίδια υπόθεση εντάσσεται, σύμφωνα με την ερευνητική καταγραφή, και η στάση ενός ακόμη Καστελλορίζιου, του Γεωργίου Λ., ο οποίος είχε διατελέσει δήμαρχος και φέρεται να συνέβαλε ενεργά στην καθοδήγηση των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων που κατέφθασαν με πολεμικά πλοία.

Σήμερα, συγγενικά πρόσωπα ορισμένων από τους αναφερόμενους διαμένουν σε χώρες του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων η Αυστραλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βραζιλία. Η γεωγραφική διασπορά των οικογενειών και η στάση των απογόνων απέναντι στις πράξεις των προγόνων τους αποτελούν διαφορετικά ζητήματα από την ιστορική διερεύνηση της ίδιας της υπόθεσης.

Για την ανασύνθεση των γεγονότων, η παρούσα έρευνα αξιοποιεί γραπτές μαρτυρίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Ρόδου) και προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα στο Καστελλόριζο, καθώς επίσης και άλλες μαρτυρίες προσώπων που παρακολούθησαν τη δικαστική διαδικασία στη Ρόδο. Οι πηγές αποτελούν πολύτιμο υλικό για τη μελέτη της τοπικής ιστορίας, ιδίως όταν τα γραπτά τεκμήρια είναι περιορισμένα ή αποσπασματικά.

Η αιχμαλωσία των φυλακισμένων

Μετά τη σύλληψή τους, οι Καστελλορίζιοι πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στην Ιταλία και υπέστησαν τις συνέπειες του εγκλεισμού σε συνθήκες που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, χαρακτηρίζονταν από βασανιστήρια, πείνα, εκφοβισμό και διαρκή ανασφάλεια. Ιδιαίτερη θέση στην έρευνα κατέχει η φυλακή του Σαν Τζιμινιάνο (San Gimignano), όπου ένας από τους κρατουμένους κατόρθωσε να καταγράφει κρυφά, σε ένα τετράδιο, τις προσωπικές του εμπειρίες και όσα παρατηρούσε στη ζωή των συγκρατουμένων του.

Η καταγραφή αυτή, η οποία πραγματοποιούνταν σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση, αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τις συνθήκες κράτησης και την καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων στην Ιταλία. Η αξία της δεν περιορίζεται στην προσωπική ιστορία του συντάκτη της. Μέσα από τις σημειώσεις του αναδεικνύονται πτυχές της συλλογικής εμπειρίας της αιχμαλωσίας, οι μορφές καταπίεσης, οι σχέσεις μεταξύ των κρατουμένων και οι τρόποι με τους οποίους οι ίδιοι προσπαθούσαν να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη υπόστασή τους.

Το τετράδιο συνιστά, επομένως, πρωτογενή ιστορική πηγή, καθώς διασώζει βιώματα και πληροφορίες που ενδέχεται να απουσιάζουν από τις επίσημες διοικητικές και δικαστικές καταγραφές. Η μεταγραφή, η κριτική έκδοση και ο ιστορικός σχολιασμός του μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μελέτη της πολιτικής καταστολής και της εμπειρίας των Δωδεκανησίων που διώχθηκαν για την αντιφασιστική τους δράση.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουν συγκεντρωθεί, ορισμένοι από τους κρατουμένους κατόρθωσαν να απελευθερωθούν με τη συνδρομή Ιταλών και Ελλήνων κομμουνιστών. Μετά την απελευθέρωσή τους, κάποιοι συμμετείχαν στον αγώνα εναντίον των ναζιστικών δυνάμεων στα ιταλικά μέτωπα, ενώ άλλοι συνέβαλαν σε ανθρωπιστικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και σε ενέργειες υποστήριξης του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Η μετέπειτα πορεία τους διαφοροποιήθηκε: ορισμένοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν σε χώρες του εξωτερικού.

Η μεταπολεμική μνήμη και η ιστορική αποκατάσταση

Ένα από τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη μελέτη της μεταπολεμικής περιόδου είναι η απουσία, σύμφωνα με τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία της έρευνας, συστηματικών δικαστικών ενεργειών από την πλευρά των πρώην κρατουμένων εναντίον προσώπων που θεωρούσαν υπεύθυνα για τις διώξεις και τη συνεργασία με τις κατοχικές αρχές. Η διαπίστωση αυτή χρειάζεται να εξεταστεί σε συνάρτηση με το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον της μεταπολεμικής Ελλάδας, τις ιδιαίτερες συνθήκες στα Δωδεκάνησα και τις δυσκολίες που ενδεχομένως αντιμετώπιζαν τα θύματα κατά την αναζήτηση δικαιοσύνης.

Αντί της δικαστικής οδού, οι πρώην κρατούμενοι προχώρησαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες της έρευνας, στη συγκρότηση οργανωμένου συλλογικού φορέα, ο οποίος αναφέρεται ως Ένωση Φυλακισμένων και Εξορισθέντων Φυλακών Γερμανίας και Ιταλίας. Η ίδρυση και η δραστηριότητα τέτοιων ενώσεων αποτελούν σημαντική πτυχή της μεταπολεμικής ιστορίας, καθώς συνδέονται με την αλληλεγγύη μεταξύ των επιζώντων, τη διεκδίκηση αναγνώρισης και τη διατήρηση της μνήμης των διώξεων.

Η εμπειρία των Καστελλοριζίων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Κατά την περίοδο της ιταλικής κυριαρχίας, πολλοί Δωδεκανήσιοι που ανέπτυξαν αντιφασιστική δράση φυλακίστηκαν ή εκτοπίστηκαν σε ιταλικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Στις φυλακές αυτές περιλαμβάνονταν και εγκαταστάσεις με μακρά ιστορία, όπως η Porta Tarquinia, η οποία συνδέεται με την παλαιότερη σωφρονιστική ιστορία της Ιταλίας. Η ακριβής ταυτοποίηση των ιδρυμάτων, των περιόδων κράτησης και των κρατουμένων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την τεκμηρίωση της έκτασης των διώξεων.

Μετά την ιταλική ανακωχή του Σεπτεμβρίου 1943 και την επέκταση της γερμανικής στρατιωτικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα, η κατάσταση μεταβλήθηκε δραματικά. Δωδεκανήσιοι, μεταξύ των οποίων και Ροδίτες, συνελήφθησαν ή μεταφέρθηκαν σε γερμανικές φυλακές και στρατόπεδα κράτησης. Ανάμεσα στα ιδρύματα που αναφέρονται στην ιστορική έρευνα είναι οι φυλακές του Βρανδεμβούργου-Γκέρντεν (Brandenburg-Görden). Για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση απαιτείται διασταύρωση των στοιχείων ταυτότητας, των ημερομηνιών μεταγωγής και των συνθηκών εγκλεισμού, ώστε να αποφεύγονται συγχύσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών κρατουμένων και τόπων κράτησης.

Η ιστορική μνήμη των πολιτικών κρατουμένων και η διεκδίκηση της αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους οργανώθηκαν μεταπολεμικά μέσα από ενώσεις, συνδέσμους και άλλες συλλογικές πρωτοβουλίες. Οι φορείς αυτοί συνέβαλαν στη διατήρηση των προσωπικών μαρτυριών, στην ανάδειξη των διώξεων και στην υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας.

Η μελέτη της επιχείρησης «Abstention» και των διώξεων που ακολούθησαν δεν αφορά αποκλειστικά ένα στρατιωτικό επεισόδιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αφορά, επίσης, την τύχη των ανθρώπων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την κατοχική εξουσία, τις επιλογές και τις αντιφάσεις μιας μικρής νησιωτικής κοινωνίας υπό συνθήκες καταναγκασμού, καθώς και τη μακρά διαδρομή από την προσωπική οδύνη στη συλλογική μνήμη. Η διάσωση και η κριτική αξιοποίηση των προφορικών μαρτυριών, των δικαστικών τεκμηρίων και των προσωπικών ημερολογίων καθιστούν δυνατή την πληρέστερη ανασύνθεση αυτής της ιστορίας και συμβάλλουν στην αποκατάσταση της ιστορικής παρουσίας ανθρώπων των οποίων η εμπειρία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της δημόσιας αφήγησης.

Ως τιμωρία για τη βοήθεια που παρείχαν ορισμένοι ντόπιοι στους Βρετανούς κομάντο, οι Ιταλοί συνέλαβαν 29 άνδρες κατοίκους ως υπόπτους για «δραστηριότητες κατά του κράτους» και τους εκτόπισαν αρχικά στη Ρόδο, στη συνέχεια στην Κω και τέλος στο Μπρίντιζι, προκειμένου να δικαστούν. Πολλοί από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στο νησί. Η έξοδος του πληθυσμού από το Καστελόριζο συνεχίστηκε αδιάλειπτα.

Με την αποτυχία της επιχείρησης, οι Βρετανοί εγκατέλειψαν κάθε αξίωση επί των νησιών του Αιγαίου για το υπόλοιπο της σύγκρουσης και η στρατιωτική κατάσταση στην περιοχή παρέμεινε ήρεμη μέχρι τις τραγικές ημέρες της ανακωχής, οπότε —μετά την κατάρρευση του ιταλικού στρατιωτικού μηχανισμού— οι Άγγλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο και τα υπόλοιπα νησιά των Δωδεκανήσων.

Διαβάστε ακόμη

Κοσμάς Σφυρίου: Ώρα για κοινωνική δικαιοσύνη!

Αργύρης Αργυριάδης: Αν δεν είχε έρθει το ΠΑΣΟΚ το 1981...

Κοσμάς Σφυρίου: Στη Λιβύη, αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δυστυχώς!

Γιάννης Σαμαρτζής: Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε Επενδύσεις: Η θέση της στην ΕΕ και οι διαχρονικές φάσεις της Οικονομίας

Ηλίας Καραβόλιας: Η βολική μηχανική της ανεστραμμένης πραγματικότητας

Γιάννης Παρασκευάς: Κληρονομιά και κληρονόμοι

Θάνος Ζέλκας: Η διαφθορά δεν έχει πατρίδα

Αγαπητός Ξάνθης: Η Ρόδος στα «δόντια» της κλιματικής αλλαγής!