Μεσαιωνολόγιο: «Η κόσμηση στο Βυζάντιο»

Σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς κατέκριναν τη χρήση ψιμυθίων (υλικών για μακιγιάζ), περίτεχνων κομμώσεων, κοσμημάτων και πολυτελών ενδυμάτων.

Η επίμονη επανάληψη τέτοιων επικρίσεων, όμως, μαρτυρεί τη συνεχή αγάπη των Βυζαντινών για καλλωπισμό, που είχε κληρονομηθεί από τη ρωμαϊκή εποχή.

Το βασικό επιχείρημα των Πατέρων της Εκκλησίας ήταν ότι η περιποίηση του σώματος και ο στολισμός του αλλοιώνει το «κατ’ εικόνα» του Θεού, με αποτέλεσμα την προκλητικότητα και την έλλειψη φροντίδας για τη σωτηρία της ψυχής.

Ωστόσο, η ανάγκη για τη φροντίδα της εξωτερικής ομορφιάς δεν ήταν δυνατό να απαλειφθεί, όσο κι αν στηλιτεύονταν οι ακρότητες, δεδομένου ότι η υγεία και η ομορφιά ήταν έννοιες που την περίοδο εκείνη αλληλοκαλύπτονταν. Τα σωζόμενα κοσμήματα, ενδύματα, εργαλεία για το βάψιμο και τα δοχεία των αρωμάτων εκφράζουν με σαφή τρόπο το ενδιαφέρον που έδειχνε η Βυζαντινή κοινωνία για τον στολισμό και την κόσμηση προσώπου και σώματος.
 
Η κόμη, τα μαλλία ή μαλλίτζια, όπως τα έλεγαν οι Βυζαντινοί, αποτελούσε ένα από τα κύρια στοιχεία της εξωτερικής εμφάνισης. Όποιος είχε ίσια μαλλιά ονομαζόταν απλόθριξ, αυτός με φυσικά σγουρά μαλλιά σγουρός ή κατσαρός, ενώ αυτός που είχε πυκνά μαλλιά φουντομάλλης.

Ανάλογα με το χρώμα της τρίχας, υπήρχαν οι μελαχρινοί ή καράμαλλοι και οι ξανθοί ή χρυσόμαλλοι ή χρυσοκέφαλοι. Το ξανθό χρώμα στα μαλλιά ήταν δείγμα ομορφιάς, γι’ αυτό έβρισκαν διάφορα μέσα για να τα ξανθαίνουν.

Τα βασικά εργαλεία για να είναι κανείς καλόμαλος ή καλότριχος ήταν το ψαλίδι και το χτένι: το κούρεμα γινόταν κατά κανόνα μέσα στο σπίτι από δούλους, ενώ λίγες είναι οι μνείες που μας έχουν σωθεί για κουρείς και κομμώτριες (εμπλέκτριες ή κουρίδες) που ήταν στη δούλεψη αρχόντων και βασιλέων.

Όσοι είχαν μακριά μαλλιά τα χτένιζαν με διάφορους τρόπους, ώστε να μην θεωρούνται άκομψοι: χυτά στον ώμο ή μαζεμένα ψηλά στην κορυφή της κεφαλής, τα μαλλιά πλέκονταν ή κατσάρωναν. Το κατσάρωμα των μαλλιών γινόταν αφού τα άλειφαν με λάδι ή ειδικές αλοιφές και με τη χρήση ζεστού σίδερου ή με το τύλιγμα των βοστρύχων γύρω από καλάμια. 

Οι άντρες δεν παρέλειπαν να φροντίζουν τα μαλλιά τους. Ανάλογα με την καταγωγή τους, την κοινωνική θέση και την οικονομική τους άνεση είχαν τα μαλλιά τους κοντά, αν ήταν στρατιώτες, κατά τη ρωμαϊκή συνήθεια για λόγους καθαριότητας και ασφάλειας στη μάχη, ή μακριά αν ήταν ιερωμένοι.

Δεν ήταν άγνωστη επίσης η χρήση της περούκας, του προκομίου. Οι μοναχοί δέχονταν κουρά (κούρεμα), που αρχικά γινόταν για λόγους καθαριότητας, αλλά σύντομα καθιερώθηκε ως ένδειξη ταπεινότητας και μετάνοιας.

Στη Δύση κυρίως, αλλά και στην Ανατολή, οι ιερωμένοι ξύριζαν τα μαλλιά τους στην κορυφή της κεφαλής (παπαλήθρα), ώστε να απομένουν τριγύρω μαλλιά σαν στεφάνι, συμβολίζοντας έτσι το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού. Τέλος, όσον αφορά τις τρίχες του προσώπου, ο γενικός συρμός ήταν η διατήρηση γενειάδας.

Οι αξιωματικοί του στρατού ήταν όλοι «βαρβάτοι» (στα λατινικά barbatus είναι ο γενειοφόρος), σε αντίθεση με τους ευνούχους του Παλατιού που ήταν σπανοί ή ξυρίζονταν, και γι’ αυτό θεωρούνταν εκθηλυσμένοι. Πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς επέκριναν σφοδρά το ξύρισμα του γενείου  που θεωρούνταν κύριο χαρακτηριστικό ανυπόληπτων επαγγελματιών, όπως οι μίμοι, οι θαυματοποιοί και οι κάθε είδους τσαρλατάνοι, που είχαν ανάγκη τη μεταμφίεση και την απόκρυψη του φύλου τους. 

Οι γυναίκες ασχολούνταν με την εξωτερική τους εμφάνιση και ειδικότερα με τα μαλλιά και το χτένισμά τους, όπως προκύπτει από τα έμμεσα σχόλια των πηγών για τη γυναικεία ομορφιά. Οι Βυζαντινές είχαν κατά κανόνα μακριά μαλλιά που τα χτένιζαν σεμνά με μία περόνη, ώστε να συγκρατούνται πίσω στον αυχένα. Άλλες φορές τα έπλεκαν κοτσίδες, στις οποίες συνήθιζαν να παρεμβάλλουν και χρωματιστές ή χρυσές κορδέλες ή τα άφηναν να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους, ιδίως τα νεαρά κορίτσια.

Δεν ήταν σπάνιες οι μαρτυρίες μιλούσαν για πρόσθετες πλεξούδες, ιδίως ξανθές. Το βάψιμο των μαλλιών ήταν συνηθισμένη πρακτική: κατά το έθιμο, φαίνεται ότι η νύφη έβαφε τα μαλλιά της κόκκινα την παραμονή του γάμου της. Όταν έβγαιναν εκτός σπιτιού, οι γυναίκες φορούσαν απαραιτήτως μαντήλι στο κεφάλι, από λευκό ύφασμα ή δίχτυ, πάνω από το οποίο τυλιγόταν το μαφόριο, το οποίο όφειλαν να φορούν όλες οι γυναίκες για σεμνότητα και ευπρέπεια. Η στέρηση των μαλλιών θεωρούνταν γενικά δείγμα ατίμωσης.

Οι γυναίκες κούρευαν τα μαλλιά τους μόνο σε ένδειξη πένθους ή από τιμωρία λόγω ηθικού παραπτώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τον Μεσαίωνα η κουρεμένη και η άτιμη γυναίκα ήταν λέξεις συνώνυμες. Οι υπερβολικές και, συχνά, ακραίες κομμώσεις της Ύστερης Αρχαιότητας, επηρεασμένες από παλαιότερα ρωμαϊκά πρότυπα, άρχισαν να εκλείπουν κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο, όταν ακόμη και αυτοκράτειρες εικονίζονται σε επίσημα πορτρέτα με απλές κοτσίδες κάτω από τα βασιλικά διαδήματα. Μετά το 1204 και την αναγκαστική συμβίωση Φράγκων και Βυζαντινών στα εδάφη της αυτοκρατορίας, πολλές από τις κομμωτικές συνήθειες των Δυτικών πέρασαν στη Βυζαντινή κοινωνία, ιδίως στην ανώτερη.

Στις γυναίκες άρεσε ιδιαίτερα να ασχολούνται με την περιποίηση και τον καλλωπισμό του προσώπου τους, χρησιμοποιώντας διάφορα υλικά για τον καθαρισμό, τη θρέψη και την καλή όψη της επιδερμίδας τους. Οι Βυζαντινές ξύριζαν ή έβγαζαν τις τρίχες του προσώπου με μικρές λαβίδες και μακιγιάρονταν με τρία χρώματα, άσπρο, μαύρο και κόκκινο, πρακτική που φυσικά προκαλούσε αντιδράσεις στους κόλπους της Εκκλησίας. Το πρόσωπο και ο λαιμός βάφονταν λευκά με άσπρη σκόνη ανθρακικού μολύβδου.

Για το βάψιμο ματιών και φρυδιών χρησιμοποιούταν το μαύρο από το στίμμι (θειούχο αντιμόνιο), τα κουκουνάρια ή την υγρή πίσσα. Υπάρχουν πληροφορίες ακόμα και για γυναίκες με ξανθά φρύδια που τα έβαφαν μαύρα. Τέλος, το κόκκινο χρώμα, με το οποίο έβαφαν τα μάγουλα, τα χείλη αλλά και την άκρη του πηγουνιού το έπαιρναν από τα φύκια της θάλασσας. Υπάρχουν ωστόσο και μαρτυρίες ότι ορισμένοι άνδρες, βάφονταν είτε από κενοδοξία, από θηλυπρέπεια ή για να πάρουν ψεύτικη όψη ασκητισμού ή να προσλάβουν έκφραση αγιότητας. 

Κοινή στους άνδρες και στις γυναίκες ήταν η χρήση αρωμάτων. Το επάγγελμα του μυρεψού εξέλιπε μετά το τέλος της Αρχαιότητας, καθώς τα αρώματα ήταν είδη πολυτελείας και ως τέτοια παρασκευάζονταν μόνον σε επίπεδο οικοτεχνίας ή, σε πιο εξελιγμένη και πειραματική μορφή, στο παλάτι για βασιλείς και αυλικούς. Τα αρωματικά αποστάγματα προέρχονταν από τον κρίνο, τη μυρτιά, την τριανταφυλλιά, την κανέλα, το βάλσαμο κ.ά., ενώ πολλά εισάγονταν από την Ανατολή. 

Σε αντίθεση με τις απαγορεύσεις των Πατέρων της Εκκλησίας και τα ασκητικά πρότυπα των αγίων, τα υλικά κατάλοιπα του βυζαντινού πολιτισμού φανερώνουν ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν τα ψιμύθια και τ’ αρώματα, όχι μόνο ως μέσα για τη βελτίωση της εμφάνισής τους, αλλά και ως δείκτες της κοινωνικής τους θέσης. 

Πηγή: exploringbyzantium.gr