Ο Νικόλας Σισαμής κι ο Άη Νικόλας της Καρπάθου

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς στο karpathianrevolution.gr

 

Ο Νικόλας δεν πήγε ούτε μια μέρα στο σχολειό, μεγάλωσε στις εποχές που τα παπούτσια ήταν πολυτέλεια, ενώ τα πήλινα πιάτα δεν έφταναν για όλους.

Άνθρωπος της θάλασσας, ψαράς, από τότε που θυμάται τον εαυτό του, είναι από κείνα τα πρότυπα ανθρώπων που όταν τους γνωρίζεις στεναχωριέσαι κι  ίσως μάλιστα να κρυφοζηλεύεις, γιατί η μοίρα ταφερε να μην είναι αίμα σου, να ‘ναι κρίμα που δεν είναι συγγενής σου! Τόσο προκομένος, τόσο ξεχωριστός άνθρωπος κατάφερε να γίνει.

Γεννημένος το 1926 στο χωριό Σπόα, από τη Σοφία, το γένος Φράγκου, ο Νικόλας είχε τρία αδέλφια, τον Μανώλη που τουφέκισαν οι Γερμανοί το φθινόπωρο του 1942, τον Μηνά και τον Γιάννη.

Ο πατέρας τους, ο Γιώργος Σισαμής, πριν να στεφανωθεί τη Σοφία, γύρισε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, οι φήμες λένε ότι στις αρχές του 20ού αιώνα  δούλεψε ακόμη και φύλακας στην κεντρική τράπεζα της Κίνας κι όταν πέρασαν τα χρόνια κι επέστρεψε στο χωριό του, έφερε τόσο χρυσό που τον ζύγισε με το πινάκι!

Ο Νικόλας ήταν από κείνα τα αρσενικά παιδιά που έπρεπε να φροντίσουν τους γονείς στα γηρατειά τους, έτσι παρέμεινε στο χωριό, όμως από παιδί έβλεπε τη διέξοδο πέρα από τον ορίζοντα της θάλασσα ή, καμιά φορά, την ξεχώριζε ακόμη και  μέσα στο βυθό της.

Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών, όταν βρέθηκε σε μια ψαρόβαρκα, δούλεψε δυο μέρες και μια ολόκληρη νύχτα μέσα στην αρμύρα. Αρμάτωνε δίχτυα και ξεψάριζε σε έναν ντόπιο ψαρά κι κείνος για πληρωμή του έδωσε 3 κιλά Μένουλα.

Τότε ο Νικόλας πληγώθηκε κι ορκίστηκε, πως θα ξανάμπαινε σε βάρκα μοναχά αν ήταν δική του! Πράγματι, δεν άργησε να οργώνει τις δύστροπες θάλασσες του Νοτίου Αιγαίου με τη βαρκούλα του. Σε στεριά και θάλασσα κατάφερε να τρέχει όπως ο καλύτερος δρομέας, γιατί δεν ήταν μονάχα να σύρεις τα ψάρια μέσα από το νερό, μα ύστερα έπρεπε να περπατήσει σε όλο το νησί, πόρτα-πόρτα σε όλα τα χωριά, να διαλαλήσει την πραμάτεια του για να την πουλήσει κι έτσι να βγεί το μεροκάματο.

Είναι αλήθεια ότι το χωριό του, το Σπόα Καρπάθου, σκαρφαλωμένο κι απλωμένο πάνω στο βουνό, μοιάζει πιο πολύ για τόπος που γεννά ορεσίβιους, ανθρώπους που  διαλέγουν την πέτρα και ξεμακραίνουν από τα θαλασσινά στοιχειά.

Όμως η εικόνα σε ξεγελά, δεν είναι καθόλου έτσι!

Στα πόδια του χωριού ένας μικρός σχεδόν μαγικός κόλπος, μα κάπως έτσι θα ναι ο παράδεισος, πρώτα παρασύρει τα μάτια κι ύστερα δίνει φτερά στη νοτισμένη από αρμύρα φαντασία μας.
Η ιστορία του μικρού κόλπου τρέχει πολλούς αιώνες προς τα πίσω.

Ήταν ακόμη παιδί, όταν ο Νικόλας Σισαμής γνώριζε τους δεινούς θαλασσινούς Σποϊτες του 20ουαιώνα, τον Καλόγερο με τη βάρκα του, τον Αλέκο και το Μηνά του Γιώργη, αυτοί πηγαινόφερναν το ταχυδρομείο, άνοιγαν δρόμους μέσα στη θάλασσα και κρατούσαν την επικοινωνία του χωριού που τότε δεν είχε έρημο, ούτε κλειστό σπίτι.

Πολλά χρόνια αργότερα, λίγο μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο, εκτός από τον Νικόλα Σισαμή,  ψαράδες στον Άη Νικόλα ήταν ο Γιάννης ο Κουμπανιός, ο Κωσταντής και ο Κώστας Δήμαρχος.

Λοιπόν ο Νικόλας, αν και δεν έφυγε από το νησί, κατάφερε να κάμει καλιμέντο, να φροντίσει την οικογένεια του, να προικίσει και τα έξι παιδιά που έκαμε με την Καλλιόπη του, τη σύντροφο της ζωής του.

Στις εποχές που δεν τρυγούσε τη θάλασσα, έτρεχε στα κτήματα και πάλευε με τα τρακτέρια, έκαμε κλαδέματα κι όλες τις δουλειές των χωραφιών, ενώ υπήρξε και μια εποχή που η οικογένειά του είχε κι ένα καφενείο. Όλα τα πολεμούσε μα ήταν η θάλασσα που είχε τα πρωτεία στην καρδιά του.

Τρεις φορές έτυχε να βουλιάξει, τις θυμάται και χαμογελά γιατί για την κάθε μια έχει να θυμηθεί τα λάθη και τις αστοχίες του, αφού όπως λέει τη θάλασσα πρέπει να την υπολογίζεις γιατί εκείνη δε χαρίζεται στην ανθρώπινη απληστία, μόνο ο Άη Νικόλας κι Παναγιά στέκουν παραδίπλα κι αν τύχει μια αναποδιά  τότε σε βοηθούν να βγεις από το νερό ζωντανός.

Μια από τις πιο μεγάλες του στιγμές ήταν στις αρχές τις δεκαετίας του ’80, ήταν καλοκαιράκι, η εποχή που ο τόπος γεμίζει από τα ξενάκια του κι αυτός ο τόπος έχει γνωρίσει άπειρη λατρεία από τους ανθρώπους του.

Στον κόλπο του Άη Νικόλα, ένα καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μια βάρκα γεμάτη χαρούμενους ανθρώπους, άντρες, γυναίκες, μικρά και μεγάλα παιδιά,  θα ξεκινούσαν από τον Άη Νικόλα για μια ξέγνοιαστη βαρκάδα. Όμως η μηχανή  χάλασε πάνω από τα νησάκια, η βάρκα ξόριζε, έφευγε επικίνδυνα προς το πέλαγος, σα να μην έφτανε ετούτη η αγωνία, το σκάφος έβαζε και νερά, μα αυτό ευτυχώς κατάφεραν να το φροντίσουν.

«Ήταν άνθρωποι και πνίγονταν!» Θυμάται ο Νικόλας, που δε λογάριασε την αγριάδα του καιρού και τις κατεβασιές της θάλασσας.

«Είχε πάρα πολύ αγέρα, σχεδόν τους χάσαμε από τα μάτια μας».

Εκείνα τα χρόνια ο Νικόλας είχε μια καλή ψαρόβαρκα με εσωτερική μηχανή, σκέφτηκε πως αν δεν έτρεχε, να τους πλησιάσει, να τους δέσει πάνω στη βάρκα του, για να τους τραβήξει, θα ξεμάκραιναν και τότε δε θα κατάφερναν να τους σώσουν.

Κατάφερε να φτάσει κοντά, έδεσε το καΐκι, που είχε επιβιβασμένους παραπάνω από 20  ανθρώπους και ξεκίνησε έναν άνισο αγώνα με τη θάλασσα, οι δυο βάρκες πάλευαν να επιστρέψουν στον κόλπο του Αγίου Νικολάου.

«Δε μπορούσαμε να πάμε ευθεία, πήγαμε προς τα κάτω, για να φτάσουμε σε ένα σημείο κι από εκεί να μπορέσουμε να μπούμε μέσα στον κόλπο. Εκτός από τη μηχανή που δούλευε στην πρώτη βάρκα, στη δεύτερη βάλαμε και κουπί, έτσι σιγά-σιγά, καταφέραμε να επιστρέψουμε».

Ας κάνουμε ένα μικρό ταξίδι ακόμη πιο παλιά, σε μια παρόμοια ιστορία με αίσιο τέλος.
Το 1931, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ο Νικόλας Σισαμής ήταν μόλις πέντε χρονών, τότε στον κόλπο του Αγίου Νικολάου είχε δυο ψαρόβαρκες.

Πέντε μικρά παιδιά, ηλικίας 7 μέχρι 12 ετών, έπαιζαν στην άκρη της παραλίας, χωρίς να το πολυκαταλάβουν τράβηξαν τη βάρκα του καλόγερου και τέσσερα από τα μικρά μπήκαν μέσα, στη στεριά έμεινε μόνο ένα κορίτσι.

Τα αγόρια τράβηξαν την άγκυρα, έλυσαν τους κάβους και στα ξαφνικά βρέθηκαν να αρμενίζουν προς την άκρη του ορίζοντα.

Το μικρό κορίτσι, που την έλεγαν Αρτεμησία, δεν ακολούθησε την παρέα του, ήταν εκείνο που έβαλε τις φωνές και έφερε βοήθεια, στο μεταξύ η βάρκα με τα παιδιά είχε φτάσει μεταξύ του Μαράθου και του Τραπεζιού.

Με τη δεύτερη βάρκα, του Μηνά, πέντε θαρραλέοι Σποΐτες κωπηλάτησαν για μιάμιση ώρα όσο πιο δυνατά μπορούσαν, μέχρι να φτάσουν στη θέση Μαρινάκι και τελικά κατάφεραν να σώσουν τα τέσσερα παιδιά.

Ο κόλπος του Αγίου Νικολάου ξέρει πως να κρύψει τα μυστικά του, ξέρει πως να σε παρασύρει, να σε μαγέψει και να σε κάμει παντοτινά δικό του!

Μα σε έναν τόπο, πέρα από τις πέτρες το χώμα, ίσως και κείνα τα άταχτα διαβατάρικα σύννεφα, είναι οι άνθρωποι, εκείνοι που σε κάνουν να τον λατρέψεις ή να κάμουν να μη θέλεις να τον ξαναδείς. Κι εδώ κάτω, στο μακρινό, σχεδόν άγνωστο νότιο Αιγαίο, ακόμη είναι εύκολο να συναντήσεις γνήσιες κι αυθεντικές ζωντανές ψυχές.

Να όπως ο γλυκομίλητος και χαμογελαστός ψαράς Νικόλας Σισαμής, που μοιράζεται με απλοχεριά τις ιστορίες του, θυμάται τα περασμένα κι  όπως επαναλαμβάνει, παρά τη φτώχεια και τις θεόρατες δυσκολίες, είχαν αξεπέραστο σεβασμό, ήθος κι αξιοσύνη. Μα ήταν εποχές που ακόμη κι η ίδια η μάνα φύση, είχε όρεξη, υπήρχαν ευκαιρίες, για να διδάξει στους ανθρώπους την τέχνη της ζωής.