Ακούσια νοσηλεία και Νομοθεσία

Γράφει ο Αθανάσιος Πλατής, Ψυχίατρος


Οι Ψυχίατροι όπως και οι άλλοι γιατροί έχουν την επαγγελματική και ηθική υποχρέωση να παρέχουν φροντίδα στον άρρωστο σύμφωνα με τους περιορισμούς που τίθενται από το νόμο και τους επαγγελματικούς ηθικούς κώδικες.

Τα ηθικά και δεοντολογικά προβλήματα που συνδέονται με την ακούσια νοσηλεία πηγάζουν από τη στέρηση του αγαθού της προσωπικής ελευθερίας, που η ακούσια νοσηλεία συνεπάγεται και από το ενδεχόμενο δυσάρεστων συνεπειών που μπορούν να προκύψουν τόσο από την απόφαση να πραγματοποιηθεί η ακούσια νοσηλεία, όσο και από την απόφαση να αποφευχθεί.

Η ακούσια νοσηλεία αν και στηρίζεται σε ηθικές αρχές και έχει ηθικούς στόχους, πραγματοποιείται με τρόπους που δεν προσιδιάζουν στον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της Ψυχιατρικής. Οι ψυχίατροι έχουν εκφράσει την αντίθεση τους , υποστηρίζοντας ότι με την ακούσια νοσηλεία διαταράσσονται οι παραδοσιακές σχέσεις γιατρού-αρρώστου και ότι εξαναγκάζονται να λειτουργούν ως όργανα κοινωνικού ελέγχου, όταν την εφαρμόζουν με το κριτήριο της επικινδυνότητας.

Για τους λόγους αυτούς, είναι απαραίτητη η γνώση της σχετικής νομοθεσίας, των κριτηρίων νοσηλείας και των εγγυήσεων για την προστασία των δικαιωμάτων του ασθενούς (ενημέρωση για το δικαίωμα του να ασκήσει έφεση, δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο, αυτοπροσώπως ή με συνήγορο, όριο στο χρόνο νοσηλείας κ.α.)

Οπωσδήποτε, η ακούσια νοσηλεία ως πρόβλημα ηθικής, μας φέρνει μπροστά στο ηθικό δίλημμα να την αποφασίσουμε ή να την αποφύγουμε. Βρισκόμαστε, στις περιπτώσεις αυτές μπροστά στη σύγκρουση του δικαιώματος να είναι κάποιος ελεύθερος και ενός άλλου δικαιώματος, να είναι απαλλαγμένος από μια δυσάρεστη, απάνθρωπη αρρώστια.

Για να γίνει περισσότερο σαφής η έκταση της παρανομίας των Αρχών, ας δούμε τι ορίζει η νομοθεσία σύμφωνα με τον ν. 2071 (αρ. 96 παρ. 5) εφόσον συντρέχει περίπτωση μεταφοράς σε δημόσια ψυχιατρική κλινική για ακούσια εξέταση με εισαγγελική παραγγελία, η παραμονή σε αυτήν «δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες». Στο διάστημα αυτό πρέπει να συνταχθούν δύο ψυχιατρικές γνωματεύσεις και να σταλούν στον αρμόδιο εισαγγελέα, ώστε εκείνος να αποφασίσει για την τύχη του προσώπου.

Εφόσον ύστερα απ’ αυτά ο εισαγγελέας αποφασίσει τον εγκλεισμό του, οφείλει μέσα σε τρεις ημέρες να υποβάλει αίτημα στο αρμόδιο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της υπόθεσης μέσα σε δέκα ημέρες.

Η παραμονή σε ψυχιατρικό κατάστημα ακούσια εισαχθέντος για εξέταση δεν μπορεί, χωρίς άλλο λόγο, να μετατραπεί σε ακούσια νοσηλεία, ούτε να παραταθεί πέρα των 48 ωρών.

Επιπλέον, από τη στιγμή της εισαγγελικής παραγγελίας για εισαγωγή και νοσηλεία απαιτείται οπωσδήποτε δικαστική απόφαση εντός των επόμενων δεκατριών ημερών (τρείς μέρες προθεσμία στον εισαγγελέα για εισαγωγή της αίτησης στο Πρωτοδικείο συν δέκα ημέρες προθεσμία για τη συνεδρίαση του Πρωτοδικείου). Σε διαφορετική περίπτωση, δεν υπάρχει νομιμοποιητικός λόγος για την ακούσια νοσηλεία ασθενούς στο ψυχιατρικό ίδρυμα.

Μα εκτός από τη νομοθεσία για ακούσια νοσηλεία υπάρχουν και επιστημονικά κριτήρια της ακούσιας νοσηλείας, τα οποία χαρακτηρίζονται ως ακολούθως:

Επικινδυνότητα για τον ίδιο ή τρίτους
Ανικανότητα να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του
Έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια επιδείνωση της υγείας του ή στέρηση της θεραπείας του.
Άρνηση θεραπείας.
Η ακούσια νοσηλεία να αποτελεί την έσχατη λύση.
Η κατάσταση του απαιτεί νοσηλεία.
Η νοσηλεία γίνεται για τον ελάχιστο δυνατό χρόνο.

Οι ψυχικά πάσχοντες αποτελούν μια μικρή ομάδα πληθυσμού που δύσκολα μπορεί να προστατευθεί μόνη της, να ορθώσει το ανάστημα της, να διεκδικήσει τα αυτονόητα. Ο λόγος για τους ψυχικά πάσχοντες συνανθρώπους μας που ακόμη και σήμερα παραμένουν «παιδιά ενός κατώτερου θεού», οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως κοινοί εγκληματίες, αφού η μεταφορά τους στα ψυχιατρεία γίνεται κατόπιν εισαγγελικής εντολής, όχι με ασθενοφόρα όπως για κάθε ασθενή, αλλά με αστυνομικά οχήματα.

Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, όταν το ψυχιατρείο δεν βρίσκεται κοντά στην περιοχή τους, αναγκάζονται να διανυκτερεύσουν σε κρατητήρια ή μεταφέρονται στο ποιο κοντινό κρατικό ψυχιατρείο με καράβι ή με άλλο μέσο, συνοδευόμενοι πάντοτε από αστυνομικούς, στερούμενοι συγχρόνως των δικαιωμάτων και τις νόμιμες διαδικασίες που τα εγγυώνται.

Αντίθετα, οι ψυχιατρικά ασθενείς δεν έχουν σε αυτές τις συνθήκες παράνομου εγκλεισμού-χωρίς έγκλημα-ούτε καν τα φάρμακα τους. Κι ακόμη χειρότερα, ό,τι αφορά τους ψυχικά πάσχοντες, δεν τηρούνται σχεδόν ποτέ οι νόμιμες διαδικασίες και προθεσμίες, που ορίζονται για την ακούσια εξέταση και νοσηλεία τους. Έτσι, αποτελεί καθεστώς ο παράνομος εγκλεισμός τους σε ψυχιατρικά ιδρύματα, καθώς και η καταστρατήγηση κάθε δικαιώματος που τους παρέχεται από τον νόμο για να αποκρούουν τον αναγκαστικό εγκλεισμό τους.

Όσον αφορά την περιοχή μας, υπάρχει άραγε η τήρηση των νόμιμων προθεσμιών για την ακούσια εξέταση και νοσηλεία,

Υπάρχουν άραγε αυθαίρετες νοσηλείες εις βάρος μιας ομάδας πολιτών; Ή μήπως έχουμε συνηθίσει σε κάποια κατάσταση που δεν μας ενοχλεί ούτε η αισθητική του προβλήματος, ούτε η αντιεπιστημονική του βάση;

Προσωπική μου άποψη; Βεβαιώνω μια κρατική αναλγησία και μια κοινωνική αδιαφορία απέναντι σε όσους έτυχε να είναι διαφορετικοί.

Κι όμως δεν είναι εύκολο να βρεθεί λύση, αλλά μπορούμε κάλλιστα να μεταφέρουμε τουλάχιστον αυτούς που έχουν ανάγκη νοσηλείας με ασθενοφόρο και με τη φροντίδα συνοδών νοσοκόμων στο κρατικό ψυχιατρείο Λέρου και όχι με χειροπέδες και αστυνομικούς.

Οι ασθενείς του νομού μας μπορούν να νοσηλεύονται στις δομές που υπάρχουν, όπως παραδείγματος χάριν η ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Ρόδου, με την ελπίδα ότι αυτή η τελευταία μπορεί να αποκτήσει την επάρκεια και τη δυνατότητα να νοσηλεύει όλα τα περιστατικά.

Επίσης, ένα νοσοκομείο ημέρας (βραχείας νοσηλείας) κοντά στο γενικό νοσοκομείο ή σε άλλο μέρος που θα είναι εφικτό και ενδεικτικό.

Η δημιουργία μονάδων βραχείας νοσηλείας για μένα θα έδινε λύση σε αυτόν τον προβληματισμό της ακούσιας νοσηλείας.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ελπίζω μια άμεση ανάληψη της πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης από τους αρμόδιους της πολιτείας και των υγειονομικών φορέων.