“Ο πατέρας μου γύρισε στην Ιταλία και άφησε τη μητέρα μου με ένα μωρό...”!

Ίσως είναι μια αλήθεια που πρέπει να ειπωθεί κάποτε, μια ιστορία που ποτέ δεν έγινε γνωστή στις λεπτομέρειές της. Μόνο ότι η Μαρία από τα Καλαβάρδα, ενώ δούλευε υπηρετριούλα σε σπίτι Ιταλών στην πόλη, έκανε παιδί μ’ έναν Ιταλό στρατιώτη, την περίοδο που εκείνοι φεύγανε κακήν κακώς, ήξεραν.  Κι ότι εκείνος δεν γύρισε ποτέ πίσω για να την πάρει και ποτέ δεν της έκανε πρόσκληση για να πάει να ζήσει εκείνη εκεί, στη Φιρένζε, τη Φλωρεντία, την πόλη στην οποία επέστρεψε.
Κανείς δεν έμαθε, γιατί δεν μιλούσε, πόσο την πόνεσε αυτό τη Μαρία που έμεινε μόνη να συνεχίζει να δουλεύει σκληρά στη Ρόδο του 1945, μ’  ένα κοριτσάκι που μεγάλωνε και άρχισε να ρωτάει «ποιος είναι ο δικός μου πατέρας….»; Η Μαρία της έδειχνε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και της έλεγε «να, σ΄ αυτόν μοιάζει ο πατέρας σου…». Ήταν ωραίος ο Κάρλο ο Ιταλός που τελειώνοντας ο πόλεμος έφυγε και την άφησε έξι μηνών έγκυο. Οι Ιταλοί άλλωστε δεν ήρθαν στη Ρόδο για να κάνουν πόλεμο, ήρθαν για να κάνουν καντάδες και να ερωτεύονται τα κορίτσια!
Η Ιουλία, έχει έναν αέρα διαφορετικό έτσι που κάθεται απέναντί μου και μου λέει ότι είναι κι ίδια ντροπαλή σαν τη μητέρα της, που ήταν «άτολμη, μια ζωή…»! Είναι μεγάλη η τιμή που αισθάνομαι και μεγάλη η ευθύνη που έχω, να αποδώσω σωστά όσα μου πει σήμερα, για το αγκάθι όλης της, της ζωής!

 

Δούλευε από μικρή η μητέρα σας η Μαρία, στα σπίτια των Ιταλών! Πότε έφυγε από το χωριό;
Η μητέρα μου γεννήθηκε στα Καλαβάρδα, το 1919. Από 10 χρονών την έστειλαν στην πόλη, να δουλέψει σε Ιταλικά σπίτια. Θυμάμαι που μας έλεγε ότι 10 χρονών όταν ήταν δεν έφτανε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη και της βάζανε σκαμνάκι. Τα σπίτια των Ιταλών τότε ήταν κυρίως στο Νιοχώρι, αλλά και στην οδό Πίνδου, στην οδό Ηπείρου, μέχρι πάνω το Μόντε Σμιθ. Όταν γνώρισε τον πατέρα μου, δούλευε σε σπίτι της οδού Πίνδου. Η οικογένειά της στο χωριό είχε πέντε κορίτσια, κι ένα αγόρι. Ο παππούς έκανε κηπευτικά, ερχόντουσαν από τη Σύμη με το καΐκι, κι έπαιρναν μελιτζάνες, πιπεριές, καρπούζια, πεπόνια… Ήταν πολλά τα κορίτσια και δύσκολα τα πάντρευες τότε χωρίς σπίτι. Τα έστειλαν να δουλέψουν. Στο ίδιο σπίτι που δούλευε η μαμά μου η Μαρία πήγε να δουλέψει μαζί της και η μικρότερη αδελφή της, η Αντιγόνη. Τα άλλα τρία μείνανε στο χωριό.

Να ξεκινήσουμε από την αρχή! Εσείς πότε γεννηθήκατε και πότε έφυγε ο  Ιταλός στρατιώτης  για την Ιταλία;
Γεννήθηκα το 1945, την περίοδο που τελείωνε ο πόλεμος και ενώ οι Ιταλοί στρατιώτες έφευγαν με όποιο τρόπο έβρισκε ο καθένας. Έφευγαν αυτοί και αργότερα η Ιταλική κυβέρνηση έστειλε καράβι στη Ρόδο και πήρε και τις οικογένειές τους είτε επρόκειτο για Ιταλίδες με παιδιά είτε για Ροδίτισσες τις οποίες είχαν παντρευτεί. Έτσι έφυγε από τη Ρόδο η μικρή αδελφή της μαμάς μου, η Αντιγόνη που σας είπα, η οποία είχε παντρευτεί το Μάουρο Πουλιτσίνι, στρατιώτης κι αυτός και φίλος στενός του δικού μου πατέρα.

O Kάρλο
O Kάρλο

Πότε παντρεύτηκε η θεία σας;
Παντρεύτηκαν το 1943, κι είχαν κάνει μάλιστα κι ένα κοριτσάκι, την Αντελίνα, το οποίο όταν έγινε εννέα μηνών πέθανε και το έθαψαν στο Ιταλικό νεκροταφείο. Θα μπορούσε ο Μάουρο φεύγοντας στην Ιταλία να μη στείλει πρόσκληση στη θεία μου, να πάει. Τι κι αν ήταν παντρεμένοι στην Ελλάδα; Μάλιστα, εκείνος στην Ιταλία ήταν αρραβωνιασμένος πριν φύγει, κι όταν γύρισε είπε στην Ιταλίδα «τέλος, έχω παντρευτεί».  Τη θεία μου την αγαπούσε, κι όταν την κάλεσε στο Μιλάνο, όπου ζούσε με την οικογένειά του και την έβαλε στην αρχή να ζήσουν στο ίδιο σπίτι, οι Ιταλοί δεν την ήθελαν τη Ροδίτισσα και την κορόιδευαν όταν μιλούσε τα ελληνικά! Εκείνος την προστάτευε μέχρι που την επέβαλε και η θεία μου πέρασε καλή ζωή μαζί του. Αντονιέτα, την έλεγε, ήταν καλός άνθρωπος ο Μάουρο.

Για τη δική σας μητέρα τα πράγματα πήγαν αλλιώς. Ο Κάρλο, ο Ιταλός στρατιώτης που ήταν πατέρας σας, ακολούθησε άλλη πορεία! Πώς γνωρίστηκαν όμως με τη Μαρία;
Ο Κάρλο και ο Μάουρο ήταν φίλοι και υπηρετούσαν ως στρατιώτες στα γραφεία των Ιταλών που ήταν στην οδό Παπαλουκά, σε ένα νεοκλασικό κτήριο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Το σπίτι, όπου δούλευαν η μαμά μου και η θεία μου ήταν λίγο πιο πάνω, στην οδό Πίνδου και Βορείου Ηπείρου. Η θεία μου, αν και μικρότερη γνώρισε πρώτη το Μάουρο, κι έτσι γνωρίστηκε και η μαμά μου με τον Κάρλο. Με τη μητέρα μου δεν κουβέντιασα ποτέ γι’ αυτό το θέμα. Ό,τι έχω μάθει το έμαθα από τη θεία μου όταν ερχόταν από το Μιλάνο. Η μόνη κουβέντα που μου έλεγε η μητέρα μου για εκείνον ήταν όταν έπαιζε στις ελληνικές ταινίες ο Αλέκος Αλεξανδράκης: «να, ίδιος με τον πατέρα σου είναι αυτός…»… Ή μικρή θύμωνε εύκολα και τότε έλεγε «ο πατέρας σου ο ίδιος είσαι, πήρες απ΄ αυτόν…»…. Δεν ήθελε να μιλάει για εκείνον, πονούσε.

Από ποια πόλη είχε έρθει;
Ο Κάρλο Μπαλερίνι, ήρθε στη Ρόδο από τη Φιρένζε (Φλωρεντία) ως στρατιώτης. Όταν γνώρισε τη μητέρα μου ζήτησε από την οικογένειά του και του έστειλαν πιστοποιητικό από την Ιταλία να το προσκομίσει για το γάμο. Η διαδικασία όμως δεν προχώρησε.

Εκείνος πριν φύγει το ήξερε ότι η μητέρα σας είναι έγκυος;
Εγώ γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1945 και ο πατέρας μου έφυγε τον Μάιο δηλαδή η μητέρα μου ήταν ήδη έξι μηνών. Το ήξερε. Την αποχαιρέτησε και της είπε να τον περιμένει. Τον πρώτο καιρό της έστελνε γράμματα και της έγραφε «Μαρία, amore mio», όμως δεν την κάλεσε ποτέ να πάει στην Ιταλία, κι ούτε κι εκείνος ήρθε ποτέ ξανά. Τα γράμματα αυτά τα βρήκα γύρω στα 14 με 15 μου όταν είχα μάθει πια καθαρά τι συνέβη και τα έσκισα. Είχα πολύ θυμό. Τώρα το έχω μετανιώσει που τα έσκισα, αλλά τώρα πια για εμένα ούτε κρύο ούτε ζέστη.

Η μητέρα σας ήλπιζε, περίμενε;
Τον περίμενε για χρόνια. Ερχόταν ο θείος μου από το Μιλάνο για διακοπές και τον ρωτούσε «τον είδες;». Ζούσαν σε άλλη πόλη, δεν τον είχε δει. Ήταν κι ο θείος μου θυμωμένος μαζί του, για τη στάση του.

Η Μαρία
Η Μαρία

Στη Ρόδο, στα Καλαβάρδα πώς την αντιμετώπισαν τη μητέρα σας, το 1945 μόνη, μ’ ένα μωρό από Ιταλό στρατιώτη, κατακτητή δηλαδή που έφυγε κιόλας και δεν της είπε να τον ακολουθήσει;
Η μητέρα μου δεν γύρισε ποτέ στο χωριό να ζήσει. Έγκυος όμως όταν ήταν πήγε στο χωριό να τους χαιρετήσει γιατί νόμιζε ότι θα φύγει κι εκείνη, θα μπει στο καράβι με τις Ροδίτισσες που τις κάλεσαν και τις οικογένειες των Ιταλών που γυρνούσαν στην Ιταλία. Μάλιστα, όταν έγινα τριών μηνών, με βάπτισε καθολικά στην εκκλησία Σάντα Μαρία και μου έδωσε το όνομα του παππού του Ιταλού Ντάρια-Τζουλιάνα, δύο ονόματα! Η βάπτισή μου έγινε στις 13 Νοεμβρίου 1945. Εκείνος βέβαια δεν με αναγνώρισε ποτέ, κι έτσι το επίθετο ήταν της μητέρας μου «Ροδίτου».

Πώς μεγαλώνατε ως παιδί και πώς περνούσε εκείνη;
Όταν με γέννησε, τα δύο πρώτα χρόνια, για να μπορεί να δουλεύει, με κρατούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ οι Ιταλίδες καλόγριες. Όταν έφυγαν κι αυτές όπως και οι οικογένειες των Ιταλών, συνέχισε να εργάζεται σε ξενοδοχεία: στο «Πίνδος», στο «Λίνδος», στο «Θέρμαι», στο «Ρόδων»… Δούλευε πολύ σκληρά, ως καμαριέρα. Δεν της φέρθηκαν άσχημα οι γονείς της, κι ούτε το χωριό. Μετά τα δύο μου χρόνια μ’ έστειλε να μεγαλώσω μαζί τους, κι έμεινα εκεί μέχρι τα 12 μου, οπότε και ήρθα πίσω στην πόλη για να πάω στο Γυμνάσιο. Μέχρι τότε εκείνη ερχόταν και μ’ έβλεπε τις Κυριακές.  

Έπαψε ποτέ να τον περιμένει;
Η μητέρα μου ήταν 25-26 χρονών όταν με γέννησε. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και θεώρησε ότι τελείωσαν γι’ αυτήν αυτά. Εγώ πιστεύω ότι μέχρι το τέλος της ζωής της τον περίμενε.

Δεν τον βρήκε ποτέ, δεν έμαθε πού ζει, δεν του είπε ότι έχει μια κόρη;
Το έμαθε. Όταν εγώ έγινα 3-4 χρονών, η μητέρα μου έδωσε φωτογραφία μου στο θείο Μάουρο και του είπε να τον βρει. Ο θείος μου, πήγε στη Φιρένζε, τον εντόπισε, κι η θεία μου, μου είπε ότι η απάντηση του πατέρα μου προς τον Μάουρο ήταν: «αυτά συμβαίνουν στη ζωή»! Είχε παντρευτεί ήδη και είχε κάνει οικογένεια. Είχε ξεκινήσει καινούργια ζωή και είχε ξεχάσει τη Μαρία. Δεν συγκινήθηκε ούτε με τη φωτογραφία μου. Ο Μάουρο, του είπε «κράτησε τουλάχιστον αυτή τη φωτογραφία, μην την πετάξεις»… Είχε θυμώσει πολύ με τον φίλο του,  κατά κάποιο τρόπο αισθανόταν υπεύθυνος αυτός που έγινε ό,τι έγινε. Μάλιστα, στα 15 μου χρόνια, κι ενώ με έβαλε στη Ρόδο στο Ιταλικό προξενείο για δύο χρόνια, κι έμαθα Ιταλικά, με πήρε στο Μιλάνο να ζήσω μαζί με την οικογένειά του, με είχε πιο καλά κι από το γιό του.  Ήθελε να πείσει και τη μητέρα μου να έρθει να ζήσουμε όλοι μαζί στο Μιλάνο. Εκείνη όμως από την πρώτη στιγμή μου έλεγε «γύρνα πίσω, γύρνα πίσω…». Γύρισα στη Ρόδο, στους δύο μήνες. Μεγάλη πια όταν ήμουν με βάπτισε και ορθόδοξα.

Τι χαρακτήρας ήταν η μητέρα σας;
Άτολμη, όλη της τη ζωή! Και την είχε πάρει και από κάτω. Τη χάσαμε νέα, στα 64 της χρόνια. Ξέρεις πόσες φύγανε από τις Φάνες, από τη Σάλακο, από την πόλη της Ρόδου; Πόσες τους κυνηγήσανε, τους παντρευτήκανε και μετά έρχονταν και για διακοπές; Θα μπορούσε να πάει η ίδια στην Ιταλία να τον ψάξει εκείνο τον πρώτο καιρό και να με πάρει κι εμένα, μωρό.

Σκεφτήκατε ποτέ μεγαλώνοντας να τον αναζητήσετε εσείς, αφού ξέρατε πού έμενε; Έχετε αδέλφια εκεί!
Όχι, όταν τον ήθελα, δεν τον είχα. Πριν δέκα χρόνια η κόρη μου η Μαίρη, μου είπε «μαμά, να τον ψάξουμε, να βρούμε την οικογένεια…». Μάλιστα, επικοινώνησε με την εκπομπή «Πάμε πακέτο». Της είπα και το σταμάτησε. Τώρα για εμένα ούτε κρύο ούτε ζέστη. Άλλωστε, η κόρη μου η Μαίρη παντρεύτηκε τον Κάρλο τον Ιταλό, έκανε μια ωραία οικογένεια, κι έτσι υπάρχει το νέο ζευγάρι «Μαρία και Κάρλο», στην οικογένειά μας!

Η  Ιουλία Ροδίτου, 73 ετών σήμερα, σηκώνεται, η συζήτηση τελείωσε. Παρατηρώ ότι μοιάζει πραγματικά με Ιταλίδα. Το αισθάνεται, μου είπε ότι ανήκει εκεί. Και τώρα πια τον πατέρα της τον σκέφτεται χωρίς θυμό, ή δεν τον σκέφτεται καθόλου.
 

Η Ιουλία στην ηλικία που έμαθε  τα πάντα για τον πατέρα της
Η Ιουλία στην ηλικία που έμαθε τα πάντα για τον πατέρα της
Η Ιουλία Ροδίτου σήμερα
Η Ιουλία Ροδίτου σήμερα
Ο Κάρλο και ο Μάουρο
Ο Κάρλο και ο Μάουρο
Οι Ιταλοί στρατιώτες στη Ρόδο, ανάμεσά τους κι ο Κάρλο
Οι Ιταλοί στρατιώτες στη Ρόδο, ανάμεσά τους κι ο Κάρλο