Λεξιστορείν: Θέλω το  μερτικό μου!

Η λέξη  μερτικό  σημαίνει  ποσοστό, το κομμάτι  ενός συνόλου που αναλογεί σε κάποιον (π.χ.  το ποσοστό από μια κληρονομιά).

Η λέξη είχε αρχική μορφή μεριτικόν  και  αποτελούσε το ουδέτερο γένος του επιθέτου μεριτικός  = αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον μερίτη, δηλαδή σ’ αυτόν που συμμετέχει σε κάτι, στον μέτοχο.